lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κάνω

Λεξικό: αγγλικά κάνω
Μεταφράσεις: activate, did, do, done, accomplish, achieve, caulk, commit, consummate, perform, bid, cause, command, make, prescribe, tell, perpetrate, act, become, conjure, get, got, gotten, imbrute, ought, proofread, render, take, wale, work, concoct, confect, form
κάνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: činit, dělat, jednat, konat, počít, pořídit, provádět, provést, učinit, udělat, vykonat, způsobit, dokončit, plnit, splnit, uskutečnit, vykonávat, vyplnit, hotovit, nařídit, ovládat, poručit, představovat, přikázat, působit, rozhodovat, rozkázat, rozkazovat, velet, zhotovit, ztropit, kompromitovat, páchat, spáchat, dávat, dopravit, hodit, hrát, ovlivňovat, pracovat, překládat, připravit, stvořit, vyrábět, vyrobit, zhotovovat, navařit, sestavit, vystavit, tvořit, vytvářet, vytvořit, dát, oplatit, podat, poskytnout, přeložit, vrátit, vydat, zachytit
κάνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: antun, machen, tun, treffen, vollbringen, zustande, zuwege, anordnen, befehlen, heißen, kommandieren, veranlassen, begehen, verüben, anfertigen, anstellen, arbeiten, ausführen, erschaffen, erzeugen, funktionieren, gemacht, herstellen, kreieren, verrichten, ziehen, ausfertigen, ausgefertigt, fertigen, verfertigen, produzieren, getan, leisten, schaffen, stiften, wirken
κάνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: agere, bestille, gøre, handle, lage, lave, virke, udføre, befale, beordre, by, kommandere, begå, arbejde, frembringe, fremstille, fungere, producere, tilvirke
κάνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: actuar, confeccionar, fabricar, hacer, acabar, cumplir, efectuar, acaudillar, mandar, ordenar, cometer, perpetrar, construir, crear, funcionar, hacerse, laborar, labrar, obrar, operar, ponerse, realizar, trabajar, estilar, amasar, producir, sacar
κάνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agir, commettre, fabriquer, faire, accomplir, opérer, commander, mander, ordonner, perpétrer, confectionner, exécuter, ficher, fortune, rendre, travailler, compose, dresser, établir, libeller, minuter, préparer, malaxer, manufacturer, ouvrer, produire
κάνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fare, operare, rendere, compiere, comandare, ordinare, predicare, commettere, perpetrare, combinare, confezionare, fabbricare, lavorare, addurre, impastare, produrre, contraccambiare, restituire, ricambiare, tributare
κάνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: agere, bestille, gjøre, handle, lage, virke, fullborda, befale, beordre, by, forkynne, innskjerpe, kommandere, preke, begå, arbeide, frembringe, fremstille, gjøra, jobb, skylla, verka, tilvirke, yste
κάνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: делать, совершать, велеть, повелеть, приказывать, злодействовать, производить, составлять, выделывать, нарабатывать, сделать, состроить
κάνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: agare, göra, göre, virke, fullborda, utföra, befäl, beordra, arbete, jobb, skylla, verka, alstra, yste
κάνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bëj, kryej, komandoj, luaj, punoj
κάνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рабiць, рабіць, вытвараць, праводзіць, тварыць, учыняць, чыніць, адбыцца, зрабіць
κάνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tegema
κάνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tehdä, toimia, aikaansaada, suorittaa, johtaa, käskeä, määrätä, tilata, ajaa, raataa, työskennellä, valmistaa, laittaa, perustaa
κάνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: raditi, izvršiti, počiniti
κάνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eljár, elkövet, teljesíteni, véghezvinni, csinál, csinálni, készíteni, tenni, elkészíteni, gyártani, megcsinál
κάνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: actuar, confeccionar, executar, fazer, formar, haver, improvisar, intentar, fases, encomendar, mandar, ordenar, pedir, prescrever, reservar, cometer, perpetrar, construir, fabricar, funcionar, haverdes, laborar, obrar, operar, realizar, trabalhar, analisar, copia, prostituir, virar
κάνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виконайте, виконайтеся, виконати, виконувати, винагорода, виплатити, виплачувати, виступати, виступити, відбивати, відбити, віддзеркалити, віддзеркалювати, відображати, відображувати, відобразити, відплата, відстрочити, відстрочувати, вчинити, вчиняти, зайнятися, заплатити, зарплата, зробити, міркувати, мочіться, передбачати, передбачити, передбачте, передчувати, плата, платити, платня, робити, розійдіться, розплата, сплатити, сплачувати, сподіватися, чекати, завершити, завершіть, завершувати, здійснити, здійснювати, передавати, передати, скоїти, скоювати, учинити, учиняти, чинити, чиніть, вчиніть, відкладати, відкласти, вдіяти
κάνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czynić, dokonywać, kazać, popełniać, robić, sporządzać, wyrabiać, zrobić
κάνω στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: vadovauti, dirbti, gaminti, veikti
κάνω στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: delati
κάνω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

κάνω come back, κάνω καμ μπακ, κάνω come back στίχοι, κάνω μια ευχή στίχοι, κάνω συνώνυμο, κάνω το σταυρό μου english, κάνω μια ευχή, κάνω καμπάκ, κάνω τον κόσμο ανάκατο, κάνω τον κινέζο