lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

δένω στα ιταλικά

Λέξη: δένω (Αριθμός των γραμμάτων: 4)
Λεξικό: ελληνικά-ιταλικά
Μεταφράσεις (26): legare, annodare, attaccare, collegare, concatenare, congiungere, connettere, impegnare, ingranare, rilegare, vincolare, legatura, saldare, abbinare, accomunare, accoppiare, aggregare, allacciare, annettere, associare, combinare, raggiungere, riunire, unificare, unire, unirsi
 
Εκτίμηση:
(4/5)
 
Σχετικές λέξεις: ιταλικά δένω, ρήμα δίνω, κόμπο δένω, δένω το γάιδαρό μου, δένω συνώνυμα, δένω δένομαι, δένω στα ιταλικά, legare στα ελληνικά
δένω στα ιταλικά