lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

βλάπτω στα ιταλικά

Λέξη: βλάπτω (Αριθμός των γραμμάτων: 6)
Λεξικό: ελληνικά-ιταλικά
Μεταφράσεις (17): danno, detrimento, lesione, male, pregiudizio, torto, ledere, danneggiare, nuocere, penalizzare, brutto, cattivo, mal, malvagio, peccaminoso, sbagliato, scadente
 
Εκτίμηση:
(0/5)
 
Σχετικές λέξεις: ιταλικά βλάπτω, ρήμα βλάπτω, βλάπτω συνώνυμο, βλάπτω στα αγγλικά, βλάπτω παρακείμενοσ αρχαία, βλάπτω παρακείμενος, βλάπτω στα ιταλικά, danno στα ελληνικά
βλάπτω στα ιταλικά