lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ισχυρός

Λεξικό: αγγλικά ισχυρός
Μεταφράσεις: brogue, fast, firm, firmed, forte, gutsy, hardy, heady, heavy, hefty, nappy, potent, powerful, rank, robust, rooted, solid, solid-state, stable, stalwart, stanch, stark, steadfast, steady, stout, strong, sturdy, tough, virtual, forceful, forcible, main, mightiness, mighty, tremendous, violent, athletic, beefy, brawny, healthy, hearty, high, intense, lusty, sinewy, stiff, strongman, strong-willed, swingeing, vehement, wiry
ισχυρός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bujarý, důkladný, energicky, energický, houževnatý, hřmotný, hustý, korpulentní, mocný, mohutný, neměnný, nezlomný, opojný, ostrý, pevně, pevnost, pevný, potentní, prudký, silně, silný, solidní, statný, tuhý, tvrdý, výkonný, zdatný, enormní, náramný, obrovský, ohromný, síla, hustě, konstantní, mužný, násilný, podsaditý, působivý, rozhodný, stálý, tlustý, trvalý, účinný, vehementní, velký, velmi, zavalitý, zdravý, značný
ισχυρός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: derb, fest, gehörig, gewaltig, haltbar, handfest, hart, kräftig, kraftvoll, mächtig, massiv, nachdrücklich, scharf, solide, stark, stramm, widerstandsfähig, wirksam, wirkungsvoll, wuchtig, gesund, gewaltsam, heftig, hochgradig, robust, rüstig, stämmig, ungestüm
ισχυρός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fast, fyldig, heftig, kraftig, massiv, robust, solid, stabil, stadig, stærk, diger, enorm, kan, uhyre, voldsom, bastant, handlekraftig, høj, intens, intensiv, stork, tyk
ισχυρός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: estable, firme, fuerte, intenso, macho, macizo, poderoso, potente, pujante, robusto, sólido, vigoroso, enorme, alto, brioso, duro, fornido, tieso, violento
ισχυρός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: balèze, capiteux, consistant, corsé, costaud, ferme, fort, puissant, robuste, solide, tenace, vigoureux, vineux, énorme, fier, carabiné, constant, dru, énergique, gros, héroïque, intense, nerveux, stentor, valide, véhément, violent, viril, volcanique
ισχυρός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: compatto, consistente, fermo, forte, gagliardo, poderoso, possente, potente, rigoglioso, robusto, saldo, tenace, vigoroso, enorme, costante, energico, impetuoso, intensivo, intenso, valido, veemente, violento
ισχυρός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fast, fyldig, hard, heftig, kraftig, massiv, mektig, robust, solid, stabil, stadig, sterk, veldig, diger, enorm, kan, uhyre, voldsom, bastant, handlekraftig, iherdig, intens, intensiv, stø, stork, sunn
ισχυρός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дюжий, здоровый, крепкий, крепок, могущественный, мощный, грандиозен, грандиозный, громадный, маломощен, могуч, могучий, могуществен, могущий, мощен, огромный, сногсшибательный, насильственный, неистовый, острый, силен, сильный
ισχυρός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: befäst, fast, kraftig, rejäl, robust, solid, stabil, stadig, stark, styrk, diger, enorm, kan, mäktig, velig, bastant, intensiv
ισχυρός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fortë
ισχυρός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дужы, моцны, магутны, здаровы, мажны
ισχυρός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tugev, vägev, vägivaldne
ισχυρός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: karski, kova, luja, mahtava, roima, roteva, tanakka, tukeva, vahva, väkevä, voimakas, kiivas
ισχυρός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čvrst, debeo, jak, snažan, zdrav, energičan, tvrd
ισχυρός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: busa, csípős, erős, szilárd, szolid, nagyfokú
ισχυρός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: galingas, grynas, stiprus, tvirtas, kietas, smarkus, smurtinis
ισχυρός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: consistente, constante, estabule, firme, forte, gagás, poderoso, potente, pujante, rijo, robusto, sólido, vigoroso, enorme, hercúleo, imenso, agudo, alto, demasiado, esperto, estrépito, intenso, membrudo, toro, torrente, vendaval, violento
ισχυρός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: močan
ισχυρός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бистрий, брутальний, важкий, важливий, великодушний, вміти, гарний, грубий, ґрунтовний, добрий, дужий, жилавий, звук, звучати, здібний, здоровий, змогти, істотний, кремезний, кріпкий, масивний, міцний, могти, могутній, може, навальний, невихований, необроблений, непохитний, непристойний, нерівний, образливий, плетений, поспішати, прудкий, реальний, різкий, сердечний, сильний, сирий, скелястий, скоро, справний, спритний, спроможний, стабільний, стайня, суворий, твердий, тривкий, тяжкий, тямущий, умілий, фірма, фірмовий, хутко, чіпкий, швидкий, швидко, шерехатий, шершавий, шорсткий, щедрий, щирий, переважаючий, потужний, сильнодіючий, яскравий, буйний, вагомий, важко, висока, високий, високо, впливовий, гідний, гостра, гостре, гострий, дійовий, енергійний, жорсткий, жорстокий, здатний, змужнілий, інтенсивний, напружений, насильний, насильницький, негнучкий, нервовий, нервуючий, підходити, побудка, придатний, припадок, розколення, розпалювання, складний, соковитий, стислий, стійкий, тугий, тяжко, чистокровний, шалений
ισχυρός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mocny, potężny, silny
ισχυρός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: mocný
ισχυρός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ισχυρός σεισμός στην κεφαλονιά, ισχυρός κλονισμός του γάμου, ισχυρός κρότος ακούστηκε πριν από λίγο στην καλαμάτα, ισχυρός συνώνυμα, ισχυρός σεισμός, ισχυρός σεισμός στην κρήτη, ισχυρός πονοκέφαλος, ισχυρός συνώνυμο, ισχυρός σεισμός στην ελλαδα, ισχυρός μαγνήτης