lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ισχνός

Λεξικό: αγγλικά ισχνός
Μεταφράσεις: gaunt, lanky, lean, leaned, meagre, scraggy, scrawny, skinny, slink, thin, thinner, thinnest, fine, fine-spun, flimsy, reedy, slender, slim, tenuous, wispy, peaky, puny, wan
ισχνός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hubený, libový, slabý, tenký, vychrtlý, vyhublý, vyzáblý, hezký, jemně, jemný, konec, krásný, malý, nepatrný, pěkný, povrchní, ryzí, štíhlý, ušlechtilý, útlý, bledý
ισχνός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dünn, dürr, hager, karg, mager, dünnen, fein, schön, spitz, zart, abgemagert, ärmlich, armselig, elend, kümmerlich
ισχνός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hængslet, mager, spinkel, tants, tynd, fin, pen, skøn, slank, smal, smuk, sparsom, spredt, vakker, dårlig, skral
ισχνός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: delgado, enjuto, flaco, magro, pilongo, reseco, aguado, bonito, delicado, escaso, escurrido, fino, leve, ralo, sutil, tenue, endeble, flojo, pálido
ισχνός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chafouin, étique, maigre, mince, rachitique, sec, beau, clairet, clairsemé, délié, effilé, fin, gracile, grêle, léger, menu, ténu, blafard, chétif, hâve, marmiteux, misérable
ισχνός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: esile, magro, scarno, scarso, secco, sottile, fine, fino, leggero, lieve, rado, tenue
ισχνός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hengslet, mager, skrinn, spenslig, spinkel, tants, tynn, fin, flat, pen, skjønn, slank, smal, tunn, vakker, dårlig, skral
ισχνός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: тощий, мелкий, прекрасный, тонкий, тонок, мизерный, худой
ισχνός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mager, smärt, spenslig, tants, smäcker, smal, tunn, dårlig, erbarmlig, skral
ισχνός στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hoikka, laiha, harva, hieno, hintelä, ihana, kaunis, kalpea
ισχνός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mršav, tanak
ισχνός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gebe, ösztövér, sovány, ványadt, vékony, csenevész, sápadt, satnya
ισχνός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: delgado, flanco, magro, piloso, aguado, belo, bonito, delicado, esquisito, fino, formoso, grácil, leve, refinado
ισχνός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: chudý
ισχνός στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chudy, cienki, mizerny
ισχνός στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bukur, hollë
ισχνός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: далікатны, лёгкi, тонкi, тонкі
ισχνός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õhuke, peen, sale
ισχνός στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: lieknas, plonas, puikus, retas, skystas, smulkus, subtilus
ισχνός στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акуратний, витончений, вишуканий, волокнистий, гарний, гарно, гнучкий, гострий, делікатний, доладний, дрібний, красивий, крихкий, лагідний, ламкий, маленький, малий, милий, невеликий, незначний, павукоподібний, пеня, прекрасний, прекрасно, приємний, ретельний, різкий, розбірливий, силогізм, сильний, симпатичний, слабкий, стрункий, тактовний, тонкий, туманний, чудово, штраф, штрафувати
ισχνός στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: pal
ισχνός στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

ισχνός ετυμολογία, ισχνός προσαγωγός, ισχνός μυς, ισχνός λεξικό, ισχνός συνώνυμα, ισχνός συνώνυμο