lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ισορροπία

Λεξικό: αγγλικά ισορροπία
Μεταφράσεις: balance, bob, coordination, co-ordination, counterpoise, deuce, equilibrium, poise, gravity, heft, importance, libra, moment, prominence, scale, seriousness, stone, weigh, weight
ισορροπία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: balancovat, bilance, houpat, pohupovat, rovnováha, rozvaha, váha, váhat, váhy, vážit, vyváženost, sebedůvěra, vyrovnanost, důležitost, hloubka, hmotnost, koule, těžký, vážnost, význam, závaží
ισορροπία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: balancieren, balance, fassung, gleichgewicht, gewicht, stellenverschiebung, waage, wichtigkeit, wucht
ισορροπία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: balance, betydning, tyngde, vægt, våg, vakt
ισορροπία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: balancear, equilibrio, balance, balanza, báscula, calidad, importancia, libra, pesadez, peso, trascendencia, valor
ισορροπία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: balancer, aplomb, balance, équilibre, pondération, tempérament, gravité, importance, pesant, pèse-bébé, pèse-lettre, peson, poids, trébuchet, valeur
ισορροπία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bilancia, equilibrio, pareggio, parità, gravità, importanza, peso, rilevanza, rilievo
ισορροπία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: balanse, likevekt, jamvekt, betydning, tyngde, våg, vekt, vikt, viktighet
ισορροπία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: балансировать, пуаз, равновесие, уравновешение, уравновешенность, важность, вес, значение
ισορροπία στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: равновесие, тегло
ισορροπία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tasakaal, tähtsus
ισορροπία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: balanssi, tasapaino, vaaka, luoti, paino, punnus, tärkeys
ισορροπία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ellensúly, mérleg, egyensúly, komolyság, súlyosság
ισορροπία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pusiausvyra, svarba, svarbumas, svoris
ισορροπία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: balançar, balancear, equilíbrio, báscula, peso, valor
ισορροπία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cântar
ισορροπία στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: balansować, równowaga, waga
ισορροπία στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: balans, jämvikt, våg, vekt, vikt
ισορροπία στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: раўнавага
ισορροπία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: баланс, балансовий, залишок, збалансованість, зрівноважувати, рівновага, рівновагу, сальдо, урівноваження, вага, вагу, важкість, відання, влада, повноваження
ισορροπία στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rëndësi
ισορροπία στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: teža
ισορροπία στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ισορροπία νας, ισορροπία nash, ισορροπία στερεού σώματος, ισορροπία συνώνυμα, ισορροπία cournot nash, ισορροπία στην αγορά συναλλάγματος, ισορροπία ετυμολογία, ισορροπία στην οικονομία σημαίνει, ισορροπία οικοσυστήματος, ισορροπία του καταναλωτή