lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ισοπεδώνω

Λεξικό: αγγλικά ισοπεδώνω
Μεταφράσεις: average, equal, flatten, level, align, equalize, even, rebalance, reconcile, redress, atone, compensate, smooth, straighten
ισοπεδώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: činit, nivelizovat, nivelovat, planýrovat, rovnat, rovný, srovnat, stejný, urovnat, vyrovnaný, vyrovnat, vyrovnávat, zarovnat, kompenzovat, zarovnávat, nahradit, vyřídit
ισοπεδώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ebnen, gleichen, planieren, ausgeglichen, ausgleichen, ausrichten, begleichen, entschädigen, kompensieren
ισοπεδώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ens, lige, nivelleret, planere
ισοπεδώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: allanar, aplanar, emparejar, equivaler, explanar, igualar, nivelar, alinear, compensar, recompensar
ισοπεδώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aligner, aplanir, égal, égaler, équivaloir, faire, niveler, acquitter, araser, compenser, dégauchir, égaliser, affleurer, balancer, enligner, régaler, unir
ισοπεδώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appianare, livellare, pari, spianare, adeguare, eguagliare, pareggiare, allineare, compensare, limare, schierare
ισοπεδώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lik, likna, nivellert, jevne, planere
ισοπεδώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выравнивать, ровнять, выровнять, возмещать
ισοπεδώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avjämna, jämna, likna, nivellera, planera, utjämna, kompensera
ισοπεδώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tasoittaa, tasata
ισοπεδώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: poravnati
ισοπεδώνω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aplanar, explanar, igualar, compensar, nivelar, recompensar
ισοπεδώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: równać, wyrównać, wyrównywać
ισοπεδώνω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аплачваць, варочаць, выраўноўваць, вяртаць, замяняць, кампенсаваць, пакрываць
ισοπεδώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kiegyenlíteni
ισοπεδώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: визволити, визволяти, викупати, викупити, викуповувати, винагорода, винагороджувати, винагородити, виплатити, виплачувати, вирівнювати, вирівняйтеся, відбудовувати, відбудувати, відновити, відновлення, відновлювати, відплата, відремонтувати, відшкодовувати, відшкодувати, врятувати, гладенький, гладкий, загладжувати, загладити, заплатити, зарплата, звільнити, звільняти, змагання, компенсувати, компенсуйте, лагодження, матч, навіть, пара, парний, пасувати, плавний, плаский, плата, платити, платня, плоский, площина, покутувати, полагодити, поставити, поставляти, постачання, постачати, ремонт, ремонтний, ремонтувати, реставрувати, рівний, рівномірний, рівня, розплата, рятувати, сірник, сплатити, сплачувати, спокутуйте
ισοπεδώνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ισοπεδώνω συνώνυμα, ισοπεδώνω αγγλικά, ισοπεδώνω στα αγγλικά, ισοπεδώνω μετάφραση