lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ικανότητα

Λεξικό: αγγλικά ικανότητα
Μεταφράσεις: fluency, mastery, proficiency, skill, ability, attribution, capacity, cognizance, competence, competency, jurisdiction, remit, address, attainment, confidence, dexterity, efficiency, fitness, serviceability, technique, art, capability, expertise, know-how, literacy, prowess, accomplishment, aptitude, aptness, faculty, gift, proclivity, talent, practice, adaptability, authority, customizability, intelligence, qualification, sufficiency, adroitness, agility, artfulness, artifice, cleverness, craft, cunning, expedition, facility, handier, handiness, knack, sleight, workmanship
ικανότητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dovednost, obratnost, schopnost, zručnost, kompetence, pravomoc, příslušnost, adresa, bystrost, efektivnost, šikovnost, účinnost, výkonnost, důvtip, nadání, vloha, způsobilost, cvičení, cvik, nácvik, praktický, praxe, rutina, výcvik, vykonávání, zkušenost, zvyk, fakulta, obsah, označení, agilnost, chytrost, čilost, hbitost, lehkost, prohnanost, úskok, vynalézavost, živnost
ικανότητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fähigkeit, fertigkeit, geläufigkeit, geschicklichkeit, gewandtheit, kunst, kompetenz, adresse, anschrift, arbeitsleistung, leistungsfähigkeit, wirksamkeit, wirkungsgrad, kenntnis, know-how, können, anlage, befähigen, befähigung, eignung, talent, veranlagung, praxis, routine, übung, befähigungen, fakultät, kapazität, kraft, qualifikation, vermögen, geschick
ικανότητα στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amaño, destreza, maña, pericia, competencia, eficiencia, capacidad, dirección, habilidad, primor, señas, conocimiento, maestría, aptitud, dote, ejercicio, entrenamiento, practica, práctica, calificación, facultad, poder, talento, testa, agilidad, arte, artificio, industria, ingenio, maľa, tino
ικανότητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: capacité, attribution, compétence, ressort, adresse, efficacité, efficience, fonctionnement, habileté, mécanisme, rendement, connaissance, hémérologie, physiognomonie, savoir-faire, aptitude, qualification, entraînement, exercice, pratique, routine, faculté, habilité, miscibilité, motilité, oxydabilité, prévoyance, réfringence, virtualité, agilité, artifice, dextérité, doigté, industrie, légèreté, politique, subtilité, truć
ικανότητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abilità, destrezza, maestranza, competenza, efficienza, indirizzo, perizia, recapito, bravura, attitudine, esercitazione, pratica, abilitazione, capacità, capienza, facoltà, idoneità, qualifica, qualificazione, accortezza, maestria, scaltrezza, trucco
ικανότητα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dyktighet, ervervelse, behørighet, adresse, effektivitet, ferdighet, kunst, begavelse, fallenhet, talent, yteevne, rutine, åndsevne, evne, fatteevne, kapasitet, sinne, fingerferdighet, knep, slug
ικανότητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беглость, приобретение, умение, компетентность, компетенция, адрес, действенность, ловкость, чёткость, предрасположение, пригодность, способность, сноровка, вместимость, дарование, мощность
ικανότητα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kunnande, skicklighet, befogenhet, behörighet, kompetens, adress, adressera, duglighet, effektivitet, utanskrift, verkan, anlag, fallenhet, övning, träning, vana, begåvning, begravelse, förmåga, förmögenhet, sinne, talent, knep, slug
ικανότητα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: умение, адрес, грамотност, изкуство, практика, подвижност
ικανότητα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адрас, умельства, кампетэнцыя, здольнасць, ёмкасць
ικανότητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kyky, taitavuus, taito, toimivalta, osoite, tehokkuus, harjoittelu, käytäntö, määre, tilavuus, elinkeino, joutuisuus, kerkeys, metku, sukkeluus
ικανότητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: spretnost, sposobnost, fakultet, kapacitet
ικανότητα στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: destreza, endereço, primor, sobrescrito, amaro, dote, talento, prática, capacidade, faculdade, poder, agilidade, arte, artificio, despachado, destino, industria, soltura, tino
ικανότητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: îndemânare, adresă, aptitudine, practica, şiretlic
ικανότητα στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виріб, вміння, вправність, дієвість, ефективність, звичка, здатність, здібність, кваліфікованість, компетентність, компетенція, майстерність, мистецтво, можливість, наука, ноу-хау, обдарованість, правомочність, придатність, продуктивність, ремесло, спритність, спроможність, дієздатність, експертиза, зміст, знання, кваліфікація, місткість, потужність, провінція, судно, уміння, займатися, нюх, складка, схильність, факультет, частувати, дар, акуратність, поліс, політика
ικανότητα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: biegłość, kompetencja, sprawność, umiejętność, uzdolnienie, wprawa, zdolność, zręczność
ικανότητα στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: aftësi, adresë, prirje
ικανότητα στα αλβανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hatáskör, hatásfok, hathatósság, termelékenység, ismeret, tudás, képesség, gyakorlás, adottság, érzék, képesítés, agilitás, fürgeség, gyakorlottság, ipar, ügyesség
ικανότητα στα ουγγρική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: adresse, effektivitet, kunst, begavelse, talent, øvelse, praksis, rutine, åndsevne, evne, fakultet, fatteevne, sine, ydeevne, kneb, knep, slug
ικανότητα στα δανική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: adresas, praktika
ικανότητα στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: naslov
ικανότητα στα σλοβενική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: võime, mahutavus
ικανότητα στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

ικανότητα για δικαιοπραξία, ικανότητα συνώνυμο, ικανότητα πρόσκτησης εσωτερικής γνώσης, ικανότητα δικαιοπραξίας, ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων, ικανότητα συγκέντρωσης, ικανότητα έλξης του αυτοκινήτου, ικανότητα διαχείρισης αλλαγών, ικανότητα δικαίου, ικανότητα προς δικαιοπραξία