lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ικανός

Λεξικό: αγγλικά ικανός
Μεταφράσεις: adequate, capable, cognizant, competent, pertinent, apt, capacious, comprehensive, able, usable, arty, bright, clever, cute, efficient, enforceable, equal, fitted, gifted, talented
ικανός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kompetentní, oprávněný, povolaný, příslušný, prostorný, prostranný, schopný, způsobilý, nadaný, zdatný, dovedný, hodný, milý, obratný, šikovný, šťastný, talentovaný, vhodný, zručný
ικανός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: berufen, fähig, kompetent, zuständig, geräumig, voluminös, brauchbar, tauft, tauglich, tüchtig, begabt, fit, gelehrig, geschickt, talentiert
ικανός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: behørig, dygtig, kompetent, egnet, habil, begavet, flink, gløgg, kapabel, talent
ικανός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calificado, capaz, competente, eficiente, espacioso, apto, idóneo, servible, suficiente, capacitado, diestro, dotado, hábil, inteligente, mañoso, talentoso
ικανός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compétent, capable, spacieux, apte, bon, doué, habile
ικανός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: capace, competente, idoneo, abile, adatto, accorto, atto, bravo
ικανός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: behørig, dyktig, kompetent, sakkyndig, egnet, habil, begavet, dugelig, flink, gløgg, kapabel, talent
ικανός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: компетентен, компетентный, вместителен, вместительный, емкий, ёмкий, обширный, поместительный, годен, годный, пригодный, искусный, ловкий, одаренный, способен, способный, умный
ικανός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: behörig, kompetent, vederbörande, duglig, habil, duktig, flink, förmögen, glögg, kapabel, talent
ικανός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кампетэнтны, здатны, здольны, человек
ικανός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: pädev, võimekas, nutikas
ικανός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pätevä, kykenevä, laaja, kelvollinen, pystyvä, etevä, hyvä, hyvälahjainen, kyvykäs, näppärä, taitava
ικανός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sposoban, bistar, prikladan, spretan, vješt
ικανός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: illetékes, kompetens, alkalmas, megfelelő, rátermett, tehetséges, ügyes
ικανός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: autorizado, capaz, competente, delegado, habilitado, versado, apto, hábil, idóneo, serviste, ágil, dotado, inteligente, jeitoso, talentoso
ικανός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: príslušný
ικανός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: адекватний, відповідний, вміти, достатній, здібний, змогти, кваліфікований, компетентний, правомочний, справний, спроможний, точний, умілий, гідний, ґрунтовний, звук, звучати, здатен, здатний, здоровий, могти, може, підходити, підхожий, придатний, припадок, розумний, спритний, схильний, тямущий, удатний
ικανός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kompetentny, pojemny, zdatny, zdolny
ικανός στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: aftë
ικανός στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

ικανός συνώνυμα, ικανός για δικαιοπραξία, ικανός και για τελικό, ικανός άνθρωπος, ικανός ετυμολογία, ικανός κατηγορίας 2 (ι/2), ικανός στα αγγλικα