lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ικανοποιώ

Λεξικό: αγγλικά ικανοποιώ
Μεταφράσεις: indulge, please, satisfy, glut, imbue, impregnate, sate, satiate, saturate, gratify, accomplish, achieve, act, answer, comply, discharge, effect, fulfil, meet, met, obey, perform, content, suffice, suit, accommodate, alleviate, appease, assuage, calm, quench
ικανοποιώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ukojit, uspokojit, vyhovět, impregnovat, namořit, napojit, napouštět, napustit, nasáknout, nasycovat, nasytit, přesytit, sytit, činit, hrát, konat, naplnit, plnit, provést, splnit, uskutečnit, vykonat, vykonávat, vyplnit, vyplňovat, uklidnit, utišit, tišit, uchlácholit, upokojit
ικανοποιώ στα τσεχική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: saciar, satisfacer, hartar, impregnar, saturar, contentar, cumplir, ejecutar, colmar, agradar, complacer, conformarse, apacentar, aplacar, aquietar, serenar
ικανοποιώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: satisfaire, assouvir, gorger, imbiber, imprégner, rassasier, saturer, contenter, accomplir, combler, exécuter, contente, désaltérer, apaiser, étancher, désintéresser
ικανοποιώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accontentare, appagare, soddisfare, imbevere, impregnare, saturare, saziare, contentare, assecondare, compiere, acquietare, calmare, placare, smorzare
ικανοποιώ στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ублажать, угождать, насыщать, пресыщать, выполнять, исполнять, удовлетворить, удовлетворять, утолять, утолить
ικανοποιώ στα ρωσικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kedvezni, telített, beteljesít, beteljesül
ικανοποιώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: saciar, satisfazer, fartar, impregnar, saturar, executar, agradar, contentar, aplacar, aquietar, serenar
ικανοποιώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dogadzać, nasycać, satysfakcjonować, spełniać, usatysfakcjonować, zadowalać, zadowolić, zaspokajać, zaspokoić
ικανοποιώ στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anzureichern, sättigen, schwängern, tränken, ausfüllen, befriedigen, einlösen, eintreffen, erfüllen, nachkommen, vollziehen, abfinden, stillen
ικανοποιώ στα γερμανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: карміць, насычаць, забяспечваць, задавольваць, здавальняць
ικανοποιώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kyllästää, tyydyttää, suorittaa, toteuttaa, hiljentää, lepyttää
ικανοποιώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: насичувати, вгамуйте, вдовольняти, виконати, виконувати, відповідати, влаштовувати, влаштувати, вміст, гасити, гасіть, ємність, задоволення, задовольнити, задовольніть, задовольняє, задовольняти, здійснити, здійсніть, здійснювати, зміст, поставити, поставляти, постачання, постачати
ικανοποιώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zadovoljiti
ικανοποιώ στα κροατικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gøre, udføre, tilfredsstille, berolige
ικανοποιώ στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: etterkomme, gjøre, innfri, oppfylle, utfylle, glede, nøye, tilfredsstille, stilla, berolige, blidka, lindra
ικανοποιώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: utföra, nöjd, försona, stilla, blidka, lindra, lugna, mätta, mildra
ικανοποιώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: luaj, qetësoj
ικανοποιώ στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: задоволявам
ικανοποιώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: linişti
ικανοποιώ στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

ικανοποιώ συνώνυμα, ικανοποιώ μεταφραση, ικανοποιώ στα αγγλικα, ικανοποιώ αγγλικα