lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ιδρύω

Λεξικό: αγγλικά ιδρύω
Μεταφράσεις: found, excuse, guarantee, justify, legitimate, legitimize, substantiate, allege, anticipate, assume, bet, establish, install, institute, pawn, plant, posit, presume, presuppose, suppose, wear
ιδρύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vytvořit, zakládat, založit, zřídit, omlouvat, omluvit, opravňovat, ospravedlnit, ospravedlňovat, zarovnat, zarovnávat, dovolit, instalovat, nasadit, nastolit, nastrčit, oblékat, pokládat, posadit, postavit, předpokládat, přijmout, připouštět, připustit, sázet, stanovit, usadit, ustanovit, ustavit, ustavovat, uvádět, uvést, vsadit, vybudovat, zaopatřit, zařídit, zavést, zjistit
ιδρύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begründen, gründen, stiften, justieren, rechtfertigen, anlegen, anstecken, anziehen, einrichten, einsetzen, einspannen, errichten, installieren, umbiegen, voraussetzen, vorlegen, wetten
ιδρύω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: basar, crear, fundar, justificar, motivar, apostar, cimentar, constituir, establecer, instalar, instituir, suponer
ιδρύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: créer, foncer, fonder, justifier, motiver, admettre, constituer, édifier, ériger, établir, imbriquer, installer, instaurer, mettre, parier
ιδρύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fondare, giustificare, calzare, costituire, giocare, impiantare, indossare, insediare, installare, instaurare, mettere, presupporre, scommettere, supporre
ιδρύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grunnlegge, begrunne, grunne, motivere, rettferdiggjøre, anlegge, bilda, etablere, etablert, folde, forutsette, fundere, installere, stifta, stifte, vedde
ιδρύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: основывать, создавать, учредить, учреждать, обосновывать, оправдывать, закладывать
ιδρύω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: themeloj
ιδρύω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: будаваць, уводзіць, устанаўліваць
ιδρύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: perustaa, perustella, puolustaa, vanhurskauttaa, asentaa, asettaa, sijoittaa
ιδρύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cerar, estabelecer, fundar, instalar, justificar, motivar, apostar, instaurar, instituir
ιδρύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ufundować, uzasadniać, zakładać
ιδρύω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: motivere, anlægge, etablere, folde, fundere, installere, oprette, stifte, vædde
ιδρύω στα δανική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megindokolni, feltenni, felvesz, rátenni
ιδρύω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ospravedlniť
ιδρύω στα σλοβακική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: basera, bilda, etablera, grunda, ponera, stifta
ιδρύω στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: asutama, paigaldama
ιδρύω στα εσθονική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: влаштовувати, влаштувати, встановити, встановіть, встановлювати, засновувати, заснувати, знайдений, знайтися, складати, складіть, скласти, установити, установлювати, утворити, утворювати
ιδρύω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ιδρύω αγγλικά, ιδρύω αρχαια, ιδρύω αρχαια κλιση, ιδρύω αρχαια παρακειμενος, ιδρύω παρακείμενος, ιδρύω συνώνυμα, ιδρύω συνωνυμα