lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ιδιότητα

Λεξικό: αγγλικά ιδιότητα
Μεταφράσεις: attribute, quality, adequacy, advisability, capacity, competence, competency, feature, habit, merit, mode, peculiarity, proper, property, propriety, way, asset, demesne, estate, have, having, own, ownership, possession, proprietary
ιδιότητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: atribut, jakost, kvalita, přednost, příznak, vlastnost, znak, majetek, vlastní, vlastnictví, zvláštnost, doména, država, držba, držení, majetnictví, statek, usedlost
ιδιότητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: attribut, beschaffenheit, eigenschaft, güte, qualität, vorzimmer, besitz, besonderheit, eigenart, eigenheit, eigentum, merkmal, anwesen, besitztum, herrschaft
ιδιότητα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: egenskab, kvalitet, bondegård, egen, egenart, ejendom, karakter, besiddelse, besmittelse, gård
ιδιότητα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atributo, calidad, cualidad, propiedad, bienes, finca, peculiaridad, pertenencia, virtud, heredad, posesión
ιδιότητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attribut, propriété, qualité, syphilis, vérole, caractéristique, particularité, propre, singularité, chose, domaine, possession
ιδιότητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: pregio, qualità, carattere, caratteristica, fattoria, peculiarità, proprietà, fondo, podere, possesso, proprio
ιδιότητα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: attributt, egenskap, kvalitet, beskaffenhet, egen, egenart, eiendom, karakter, særdrag, spesialitet, besitta, besittelse, egendom, eie, eiendel, eierskap, gård, inneha
ιδιότητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: достоинство, качество, свойство, особенность, владение, имущество, собственность
ιδιότητα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: attribut, egenskap, kvalificera, beskaffenhet, egenart, karaktär, särdrag, tecken, äga, besitta, besittning, egen, egendom, inneha
ιδιότητα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: cilësi, pronë
ιδιότητα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: качество, свойство, собственост, владение
ιδιότητα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kvaliteet, omadus, kinnisvara, omand, vara
ιδιότητα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: avu, laatu, erikoisuus, maatila, merkillisyys, tila, hallinta, omistus
ιδιότητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tulajdonság, ildomos, jelleg, jellegzetes, sajátság, saját, tulajdon, tulajdonjog, vagyon
ιδιότητα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kokybė, požymis, rūšis, savybė, nuosavybė, turtas
ιδιότητα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atributo, predicado, qualidade, domínio, fazenda, finca, granja, ienes, pertinência, propriedade, herdade, possessão, roça, terras
ιδιότητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atribut
ιδιότητα στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przymiot, właściwość, własność
ιδιότητα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: асаблівасць, уласнасць
ιδιότητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: osobina, imanje
ιδιότητα στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: від, власність, властивість, делікатес, дзвін, звичай, звичка, майно, майновий, особливість, подробиця, про, специфіка, споріднення, фактор, фах, чинник, штрих, якість, володіння, мирський, сфера, чинність
ιδιότητα στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ιδιότητα του πολίτη, ιδιότητα συνώνυμα, ιδιότητα αγγλικά, ιδιότητα μέλους, ιδιότητα του πολίτη και κοινωνική τάξη, ιδιότητα μετάφραση, ιδιότητα εμπόρου, ιδιότητα πολυτέκνου, ιδιότητα του πολίτη και εκπαίδευση, ιδιότητα darboux