lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θυρωρός

Λεξικό: αγγλικά θυρωρός
Μεταφράσεις: caretaker, doorkeeper, door-keeper, guard, guardian, janitor, keeper, warden, warder, watcher, watchman, beadle, bumble, crier, usher
θυρωρός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: domovník, dozorce, kustod, opatrovník, školník, strážce, vrátný, pedel
θυρωρός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hüter, portier, wächter
θυρωρός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dørvogter, forsvarer, portør
θυρωρός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: conserje, guarda, guardián, portero, alguacil, bedel
θυρωρός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cerbère, concierge, gardien, portier, appariteur, audiencier, huissier
θυρωρός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bidello, custode, guardiano, portiere, usciere
θυρωρός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: oppsynsmann
θυρωρός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дворник, привратник, швейцар, курьер
θυρωρός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: patrull, vårdare, vaktmästare
θυρωρός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: апякун
θυρωρός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kaitsja, uksehoidja, valvur
θυρωρός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hoitaja, ovenvartija, suojelija, talonmies, vartija
θυρωρός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: cerberus, házmester, kapus, őr, portás, ajtónálló, hivatalsegéd
θυρωρός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: durininkas, gynėjas
θυρωρός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: guarda, porteiro
θυρωρός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: portar
θυρωρός στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: stróż, woźny
θυρωρός στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: швейцар
θυρωρός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

θυρωρός της νύχτας, θυρωρός ετυμολογία, θυρωρός πολυκατοικίας, θυρωρός αγγλικα, βέγγοσ θυρωρόσ, ο θυρωρόσ, ζητείται θυρωρός, κατσιφάρας θυρωρός, επάγγελμα θυρωρός