lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θρησκεία

Λεξικό: αγγλικά θρησκεία
Μεταφράσεις: church, divinity, religion, avowal, confession, creed, declaration, denomination, faith, occupation, persuasion, profession
θρησκεία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: náboženství, víra, doznání, povolání, přiznání, profese, vyznání, zaměstnání, zpověď
θρησκεία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: glaube, religion, beichte, bekenntnis, eingeständnis, geständnis, gestehen, konfession
θρησκεία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: religion, skrifte, stilling, yrke
θρησκεία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: culto, fe, iglesia, religión, confesión, creencia, profesión
θρησκεία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: culte, religion, aveu, confession, profession
θρησκεία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: religione, confessione, professione
θρησκεία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: religion, bekjennelse, konfesjon, tro, yrke
θρησκεία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: религия, вероисповедание, исповедь, признание
θρησκεία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: religion, bekännelse, konfession
θρησκεία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fe
θρησκεία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: религия, занятие, признание, професия
θρησκεία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рэлігія, прызнанне
θρησκεία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: usk, usund, elukutse, piht
θρησκεία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: uskonto, ammatti, rippi, tunnustaminen, tunnustus
θρησκεία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vallás, beismerés, bevallás, felekezet, hit
θρησκεία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: religija, tikėjimas, išpažintis
θρησκεία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: fé, religião, confisco, prestigio, profecia, profissão
θρησκεία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: náboženstvo
θρησκεία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: релігія, середньовіччя, визнання, вступ, вхід, допущення, доступ, заклад, запорука, застава, зізнання, освідчення, підтвердження, признання, прийняття, припущення, розписка, розпізнавання, сповідь
θρησκεία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: religia, wyznanie
θρησκεία στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: mărturisire
θρησκεία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: poklic
θρησκεία στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

θρησκεία εβραίων, θρησκεία και ψυχιατρική, θρησκεία της γαίας, θρησκεία και κοινωνία, θρησκεία ιταλίας, θρησκεία ορισμός, θρησκεία ιαπωνίας, θρησκεία ινδίας, θρησκεία ετυμολογία, θρησκεία κίνας