lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θρεπτικός

Λεξικό: αγγλικά θρεπτικός
Μεταφράσεις: alimentary, carefulness, healthful, nourishing, nutrient, nutritional, nutritious, nutritive, restorative, stout, substantial, rich
θρεπτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vydatný, výživný, vyživovací, vyživující, obsažný, podstatný
θρεπτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: nahrhaft, kräftig, nahrhaften, substantiell
θρεπτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: næringsmiddel, nyttig
θρεπτικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alimentario, alimenticio, nutritivo, substancioso, suculento
θρεπτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: alibile, alimentaire, nourricier, nourrissant, nutriment, nutritif, substantiel
θρεπτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: nutriente, nutritivo, sostanzioso, sostanziale
θρεπτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: næringsmiddel, næringsrik, nyttig
θρεπτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: питателен, питательны, питательный, трофический
θρεπτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: närande, näringsrik, nyttig
θρεπτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пажыўны
θρεπτικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: nutritivo, suculento, substancioso
θρεπτικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: важливий, живильний, істотний, поживний, реальний, харчовий
θρεπτικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odżywczy, pożywny
θρεπτικός στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tápláló
θρεπτικός στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

θρεπτικός συνώνυμο