lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θορυβώδης

Λεξικό: αγγλικά θορυβώδης
Μεταφράσεις: boisterous, clamorous, fussy, knockabout, noisome, noisy, obstreperous, rambunctious, randy, raucous, romp, rowdy, uproarious, vociferous, deafening, grand, loud, pompous, resonant, blatant, bold, flamboyant, flaring, gaudy, jazzy, meretricious, showy, shrill, tawdry
θορυβώδης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bouřlivý, halasný, hlučný, hřmotný, křiklavý, nespoutaný, prudký, výtržník, hlasitý, znělý, zvučný, nápadný, ostrý
θορυβώδης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geräuschvoll, lärmend, laut, rauschend, lautstark, schreiend
θορυβώδης στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bullicioso, estrepitoso, revuelto, ruidoso, alto, fuerte, chillón, llamativo, vistoso
θορυβώδης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bruyant, carillonnant, tapageur, tintamarresque, tumultuaire, tumultueux, turbulent, fort, sonore, aigre, braillard, brailleur, criard, gueulard, piaillard, piailleur, ronflant, vociférant, voyant
θορυβώδης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: chiassoso, rumoroso, turbolento, forte, sonoro, sgargiante, vistoso
θορυβώδης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bråkig, høyrøstet, glorete, grell
θορυβώδης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: крикливый, шумливый, шумный, громкий, громко
θορυβώδης στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bråkig, bullersam, skrikande
θορυβώδης στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: шумны, гучны, моцны, шырокі
θορυβώδης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kovaääninen, äänekäs
θορυβώδης στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bučan
θορυβώδης στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: zajos, rikító
θορυβώδης στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: clamoroso, estrepitoso, ruidoso, rumoroso, alarido, alto, furte, chilrem, escandaloso, vistoso
θορυβώδης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: zgomotos, ţipător
θορυβώδης στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hlučný
θορυβώδης στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безладний, галасливий, голосний, голосовий, гомінкий, гомінливий, гучний, знесилення, міцний, структура, тріскотіння, шумливий, шумний, великий, повнозвучний, брутальний, жахливий, зухвалий, крикливий, окличний
θορυβώδης στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: hałaśliwy, huczny, krzykliwy
θορυβώδης στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: høj, kraftig
θορυβώδης στα δανική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: garsus, skambus
θορυβώδης στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

θορυβώδης συνώνυμα, θορυβώδης αναπνοή, ο θορυβώδης