lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θνητός

Λεξικό: αγγλικά θνητός
Μεταφράσεις: mortal, deadly, deathly, fatal, lethal, mortality, terminal
θνητός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hrozný, smrtelník, smrtelný, fatální, osudný, osudový, strašný, vražedný, zhoubný
θνητός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einzelperson, individuum, mensch, person, sterbliche, sterblicher, sterbend, sterblich, tödlich
θνητός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dødelig, individ, person, drejende
θνητός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mortal, persona, asesino, fatal, letal, mortífero
θνητός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: mortel, fatal, funeste, meurtrier
θνητός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: letale, micidiale, mortale, fatale
θνητός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dødelig, individ, drepende
θνητός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: смертный, летальный, смертелен, смертельный, смертен
θνητός στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: смертны, смяротны
θνητός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: surelik
θνητός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kuolettava, kuolevainen, kohtalokas
θνητός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: halandó, fatális, halálos
θνητός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: asmuo, žmogus
θνητός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: mortal, persigna, letal, mortífero, pessoa
θνητός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вмирущий, земля-внесений, смертний, дикий, згубний, неминучий, смертельний, фатальний
θνητός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: śmiertelnik, śmiertelny
θνητός στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dödlig
θνητός στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

θνητός γεγονώς άνθρωπε μη φρόνει μέγα, θνητός ετυμολογια, κοινός θνητός, δαίμονας θνητός