lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θλίψη

Λεξικό: αγγλικά θλίψη
Μεταφράσεις: anguish, distress, heartbreak, soreness, chagrin, gloom, grid, grief, heartache, sadness, sorrow, soulfulness, tribulation, annoyance, grieve, worry, affliction, bother, concern, headache, tizzy, trouble, worrier
θλίψη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bolest, utrpení, žal, zármutek, hoře, skleslost, smutek, soužení, trápení, zádumčivost, tíseň, úzkost, mrzutost, nepříjemnost, starost, trampota
θλίψη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: herzeleid, jammer, leiden, schmerz, ärger, betrübnis, gram, kummer, trauer, traurigkeit, trübsal, wehmut, bedrängnis, qual, verdruss, kränkung, sorge
θλίψη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lidelse, pine, smerte, sorg, vemod, bekommer, bekymring, forvred
θλίψη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: angustia, congoja, dolor, duelo, sufrimiento, aflicción, amargor, desolación, disgusto, luto, melancolía, pena, pesadumbre, pesar, sentimiento, tristeza, ansia, ansiedad, apuro, cuita, desazón, mortificación, penalidad, preocupación, tribulación
θλίψη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: douleur, mal, affliction, chagrin, désolation, deuil, peine, tristesse, amertume, détresse, lęk, tourment, dégoût, ennui, larme, mortification, souci, tracas, tribulation
θλίψη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cordoglio, crepacuore, afflizione, dispiacere, pena, sconforto, tristezza, cruccio, patimento, fastidio, grattacapo, guaio, preoccupazione, seccatura
θλίψη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: pine, smerte, sorg, vemod, bekommer, bekymring, fortred
θλίψη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: боль, скорбь, горе, горесть, грусть, огорчение, печаль, тоскливость, бедствие, беспокойство, забота, помертвение
θλίψη στα ρωσικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bol, muka, tuga, žalost
θλίψη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fájdalom, nyomorúság, baj, bánat, bú, búbánat, aggodalom, gond
θλίψη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kančia, skausmas
θλίψη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: angustia, aflição, duelo, pena, pesar, tristeza, amargura, coita, preocupação, tutela
θλίψη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: bolesť, smútok
θλίψη στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: boleść, smutek, strapienie, zmartwienie
θλίψη στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: sorg, vemod, förtret, grämelse, bekymmer, oro
θλίψη στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: hidhërim, shqetësoj
θλίψη στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: огорчение, досада
θλίψη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: журба, клопат, маркота, непрыемнасць, засмучэнне, турбота
θλίψη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kahetsusvalu, kurbus, lein, mure
θλίψη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kärsimys, mielipaha, murhe, suru, hätä, huoli, merihätä, haitta, pula, rasitus
θλίψη στα φινλανδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: doliu
θλίψη στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: горе, жалоба, зажура, зажуру, лихо, сум, сумування, траур, бажання, гадка, дбайливість, дбання, думка, забита, заклопотаність, занепокоєння, засмучення, клопіт, концерн, неспокій, піклування, тривога, турбота, турбування, увага, хвилювання
θλίψη στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

θλίψη ποίηση, θλίψη συνώνυμα, θλίψη εφελκυσμός, θλίψη στίχοι, θλίψη αντιμετώπιση, θλίψη και οργή για την 14χρονη καρολίνα, θλίψη ποιήματα, θλίψη αποφθεγματα, θλίψη και δάκρυα για την αννίτα πάνια, θλίψη γνωμικά