lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θηλάζω

Λεξικό: αγγλικά θηλάζω
Μεταφράσεις: feed, nourish, nurture, suckle
θηλάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kojit, krmit, napájet, stravovat, vychovat, vykrmit, vyživovat, zásobovat, živit
θηλάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: füttern, gefüttert, nähren, säugen, speisen
θηλάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dia, die, ernære, fodre, mama, mate, nære
θηλάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alimentar, amamantar, cebar, comer, criar, lactar, mantener, nutrir
θηλάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: alimenter, allaiter, appâter, embecquer, engaver, nourrir, repaître, sustenter
θηλάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: alimentare, allattare, imboccare, nutrire, pascere
θηλάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: amma, dia, die, ernære, fø, mata, mate, nære
θηλάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вскармливать, кормить
θηλάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: amma, dia, fodra, mata
θηλάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гадаваць, карміць, харчаваць
θηλάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: imetama
θηλάζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: elättää, imettää, ravita
θηλάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: etetni, táplálni
θηλάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alimentar, amamentar, cear, comer, criar, nutrir, sustentar
θηλάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: борошно, годувальниця, годувати, годуватися, живіть, живлення, зачепіть, їжа, кормити, медсестра, нагодувати, нянька, няньчити, пастися, страва, харчувати, харчуйтеся
θηλάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: karmić
θηλάζω στα πολωνική »