lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θετικός

Λεξικό: αγγλικά θετικός
Μεταφράσεις: additional, positive, certain, confident, dead, dependable, firm, firmed, reliable, safe, sanguine, secure, solid, stanch, steadfast, substantial, sure, sureness, trusty, undoubted, unimpeachable, unquestionable, affirmative, absolute, assertive, assertiveness, categorical, decided, decisive, declared, definitive, drastic, emphatic, flat, insistent, outright, peremptory, pointed, resolute, resolved, stable
θετικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jistý, kladný, pozitiv, pozitivní, praktický, bezpečný, důkladný, jakýsi, nějaký, neochvějný, ovšem, pevný, rozhodný, skálopevný, spolehlivý, stálý, tuhý, určitý, vytrvalý, zajištěný, zaručený, energický, nezlomný, odhodlaný, ostrý, pevně, průbojný, rázný, rozhodnutý, rozhodující, směrodatný, souhlasící
θετικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: positiv, ausgemacht, bestimmt, fest, gefeit, gewiss, haltbar, hart, kräftig, massiv, sicher, solide, standhaft, verlässlich, zuverlässig, entscheidend, entschieden, entschiedener, nachdrücklich
θετικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: positiv, fast, massiv, sikker, visse, bestemt, definitiv, kategorisk
θετικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: positivo, certero, ciertamente, cierto, confidente, consistente, constante, convencido, definido, fiable, fijo, firme, fuerte, macizo, salvo, seguro, sólido, afirmativo, asertivo, categórico, decidido, decisivo, determinado, perentorio, resuelto
θετικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: positif, positon, assuré, certain, certainement, constant, établi, fiable, inébranlable, sauf, solide, sûr, sűr, affirmatif, cassant, catégorique, décidé, décisif, délibéré, déterminé, doctoral, dogmatique, ferme, péremptoire, résolu, tranchant
θετικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: positivo, affidabile, baldanzoso, certamente, certo, compatto, consistente, costante, fermo, fidato, incrollabile, irremovibile, ovvio, salvo, sicuro, categorico, decisivo, deciso
θετικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: positiv, avgjord, fast, massiv, pålitelig, riskfri, sikker, stø, trygg, viss, visst, avgjørende, besluttsom, bestemt, definitiv, kategorisk
θετικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: положительный, благонадежен, благонадежный, благонадёжный, верный, достоверный, крепкий, надежен, надежный, надёжный, непоколебимый, несомненный, определен, определенный, определённый, позитив, позитивен, позитивный, положителен, категорический, постоянный, решающий, решительный
θετικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: positiv, avgjord, bestämd, förvissad, rejäl, riskfri, säker, trygg, vederhäftig, viss, visst, definitiv, eftertrycklig, kategorisk
θετικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дадатны, станоўчы, моцны, рашучы
θετικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: myönteinen, eräs, järkkymätön, luja, luotettava, tanakka, tukeva, turvallinen, varma, absoluuttinen, ehdoton, kategorinen, kova, lopullinen, vahva
θετικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: előnyös, pozitív, tényleges, bizonyos, biztos, szolid, eltökélt, határozott
θετικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pozityvus, teigiamas, grynas, kietas, saugus, tikras, tvirtas
θετικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: positivo, abonado, certamente, certo, concreto, consistente, constante, contínuo, fiambre, figo, firme, indubitável, preciso, probo, salvo, seguro, sólido, afirmativo, animoso, categórico, decidido, decisivo, determinado, rijo, rotundo, terminante
θετικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pozitívny, istý
θετικός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: позитивний, авторитетний, акуратний, вигострений, визначений, вимовлений, вирішений, відповідальний, відповідати, владний, гострий, заданий, закріплений, звук, звучати, здоровий, конкретний, міцний, наданий, надійний, обчислюваний, оселяється, певен, певний, пунктуальний, рішучий, справний, суворий, точний, чіткий, апокаліпсичний, беззастережний, визначний, вирішальний, встановлений, догматичний, категоричний, навмисний, непохитний, несподівано, остаточний, прямий, прямо, раптово, сильнодіючий, твердий, товстий, товстуватий, фатальний, фірма, фірмовий, цілковитий
θετικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dodatni, pewny, pozytyw, pozytywny, stanowczy
θετικός στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muidugi, jaatav, otsustav
θετικός στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čvrst, pouzdan, siguran, tvrd, zdrav, pozitivan, odlučan
θετικός στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cert, desigur, sigur
θετικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prepričan, trden
θετικός στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

θετικός κατάλογος συνταγογραφούμενων φαρμάκων, θετικός συνώνυμα, θετικός κατάλογος συνταγογραφούμενων φαρμάκων 2014, θετικός συνώνυμο, θετικός ισολογισμός, θετικός κατάλογος φαρμάκων, θετικός-συγκριτικός-υπερθετικός βαθμός, θετικός οραματισμός, θετικός τρόπος σκέψης, θετικόσ αριθμόσ