lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θεσμός

Λεξικό: αγγλικά θεσμός
Μεταφράσεις: establishment, institution, organisation, constitution
θεσμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: instituce, ustanovení, ústav, založení, zařízení, konstituce, podnik, složení, ústava, závod, zřízení
θεσμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anstalt, institution, aufnahme, bestellung, einrichtung, konstitution, niederlassung
θεσμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anstalt, forfatning, institution, stiftelse
θεσμός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: institución, constitución, establecimiento
θεσμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: institution, constitution, établissement, instauration
θεσμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ente, istituzione, costituzione, stabilimento
θεσμός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anstalt, institusjon, nedsettelse, stiftelse
θεσμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заведение, учреждение, конституция
θεσμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anstalt, institution
θεσμός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: засноўванне, устанаўленне, устанаўліванне
θεσμός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laitos, perustuslaki
θεσμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: institucija, ustav
θεσμός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: intézet, intézmény, alkotmány
θεσμός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: instituto, oficina, organismo, instituição
θεσμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: встановлення, вступ, господарство, грінка, заклад, закладання, засновування, заснування, ініціація, конституція, орган, основа, підстава, посвячення, початок, тост, установа, установлення, установу, фундамент, фундація
θεσμός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: instytucja, ustanowienie
θεσμός στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: конституция, учреждение
θεσμός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: asutus, institutsioon
θεσμός στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: institucija, įstaiga, konstitucija
θεσμός στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

θεσμός αριστείας, θεσμός διαμεσολάβησης, θεσμός της προίκας, θεσμός ορισμός, θεσμός αριστείας 2014, θεσμός μαθητείας, θεσμός συνώνυμο, θεσμός της προεδρίας του συμβουλίου της ένωσης, θεσμός πρόνοιας, θεσμός του υπόλογου