lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θερμαίνω

Λεξικό: αγγλικά θερμαίνω
Μεταφράσεις: bask, heat, sun, warm
θερμαίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hřát, ohřát, ohřívat, rozpálit, topit, vyhřívat, vytápět, zahřát, zahřívat, zatápět, zatopit, dohřát, rozehřát, zapálit
θερμαίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anwärmen, aufwärmen, erhitzen, erwärmen, heizen, wärmen, anfeuern
θερμαίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: varme, fyre
θερμαίνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abrigar, calentar, caldear, alentar
θερμαίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chauffer, bassiner, échauffer, réchauffer, enflammer
θερμαίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: scaldare, riscaldare
θερμαίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: varme, elda, fyre, oppvarme
θερμαίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: греть, согревать, нагреть, прогореть, обогревать
θερμαίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: uppvärma, värma, elda
θερμαίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ngroh
θερμαίνω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lämmittää, kiihdyttää
θερμαίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: grijati
θερμαίνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: melegíteni, felmelegíteni, megmelegíteni
θερμαίνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aquecer, caldear
θερμαίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: grzać, nagrzać, ogrzewać, zagrzewać
θερμαίνω στα πολωνική »