lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θεραπεύω

Λεξικό: αγγλικά θεραπεύω
Μεταφράσεις: help, treat, entertain, feast, regale, stay, cure, heal, medicate, remedy, confabulate, deal, discourse, discuss, manage, handle, recuperate
θεραπεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: častovat, jednat, léčit, ošetřovat, vyjednávat, zacházet, zpracovávat, bavit, hostit, počastovat, ošetřit, hojit, uzdravit, uzdravovat, zhojit, debatovat, diskutovat, hovořit, obchod, pojednat, pojednávat, prohovořit, rokovat, rozmlouvat, rozprávět, projednávat
θεραπεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bearbeiten, bewirten, kredenzen, verarbeiten, empfangen, behandeln, heilen, kurieren, diskutieren, gesund, geheilt
θεραπεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: behandle, dvæle, huse, kurere, helbrede, hele, lege, debattere, diskutere, drøfte
θεραπεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: convidar, ofrecer, procesar, tratar, acoger, alojar, aposentar, festejar, hospedar, curar, sanar, cuestionar, debatir, discutir, disputar, perorar, razonar, tratarse
θεραπεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: festiner, offrir, régaler, traiter, héberger, guérir, médicamenter, soigner, causer, débattre, discourir, discuter, disputer, disserter, pérorer, traite, verbaliser, assainir
θεραπεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: trattare, accogliere, ospitare, curare, guarire, medicare, risanare, sanare
θεραπεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: behandle, dvele, gjeste, huse, kurere, behandla, bota, hela, helbrede, hele, lege, debattere, diskutere, drøfte, bemøya
θεραπεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: лечить, потчевать, угощать, гостить, врачевать, заживать, излечивать, целить, дискутировать, обсуждать, разглагольствовать, разделывать, рассуждать, трактовать, исцелять, оздоровлять, выздоравливать, вылечить, излечить
θεραπεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bjuda, kurera, behandla, bota, hela, läka, disputera, bemöta, hele
θεραπεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gostis
θεραπεύω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hoitaa, kestitä, pidellä, parantaa, parantua, käsitellä, keskustella, pohtia
θεραπεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gydyti
θεραπεύω στα λιθουανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: częstować, gościć, kurować, leczyć, rozprawiać, traktować, uzdrawiać, wyleczyć
θεραπεύω στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vendégségben, gyógyítani, kezelni, gyógyul, bánik, bánni, meggyógyul
θεραπεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: obsequiar, regalar, tratar, curar, medicar, parar, sanar, sarar, discutir, processar, questionar
θεραπεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лячыць, трактаваць, вылечыць
θεραπεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: годувальниця, гоїти, лікувати, медсестра, нянька, няньчити, вилікувати
θεραπεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: arutama, ravima
θεραπεύω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: raspravljati
θεραπεύω στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: diskutovať
θεραπεύω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

θεραπεύω αρχαια, θεραπεύω κλίση, θεραπεύω συνώνυμα, θεραπεύω στα αρχαία, θεραπεύω συνώνυμο