lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θέση

Λεξικό: αγγλικά θέση
Μεταφράσεις: domicile, lieu, location, place, point, position, room, scene, seat, shade, site, situation, space, spot, standing, stead, venue, appointment, employment, job, pizza, placement, post, posting, attitude, bay, berth, emplacement, fellowship, stance, standpoint, state, station, viewpoint
θέση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bod, bydliště, flek, flíček, místo, náměstí, postavení, rezidence, sídlo, situace, služba, stav, stupeň, tečka, věc, funkce, poloha, pošta, postoj, použití, pozice, práce, stanoviště, úloha, umístění, upotřebení, úřad, užití, užívání, zaměstnání, zaměstnanost, atituda, působiště, stanice, stanovisko, strážnice
θέση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fleck, ort, platz, posten, punkt, rang, raum, stand, standort, statt, stätte, stelle, stellung, amt, anstellung, anwendung, arbeit, aufgabe, beruf, beschäftigung, dienst, job, lage, position, post, bucht, haltung, standortwechsel, standpunkt, station, stellplatz
θέση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: plads, prik, punkt, rom, sted, arbejd, arbejde, beliggenhed, embede, job, opgave, post, stilling, bestilling, holdning, rang, standpunkt, station, tilstand, tjeneste
θέση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asiento, localidad, lugar, paraje, parte, plaza, sitio, teatro, acomodo, colocación, correo, destino, empleo, ocupación, puesto, situación, tarea, trabajo, actitud, estación, función, posición, postura
θέση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aiguade, endroit, griffon, lieu, mangeure, place, point, refuite, résidence, charge, emploi, position, poste, travail, attitude, office, rang, situation, stand
θέση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dimora, luogo, parte, piazza, posto, punto, spazio, collocazione, impiego, lavoro, mansione, occupazione, posizione, posta, postazione, ubicazione, uso, atteggiamento, carica, circostanza, grado, intenzione, portamento
θέση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bopel, plass, poeng, punkt, rom, sitteplass, sted, arbeid, beskjeftigelse, posisjon, post, stilling, sysselsetting, bestilling, embete, holdning, rang, standpunkt, stasjon, tjeneste
θέση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: должность, место, положение, пост, работа, отношение, станция
θέση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: plats, punkt, rom, rum, ställe, utrymme, affisch, anställning, post, ämbete, attityd, befattning, rang, ställning, ståndpunkt, tjänst
θέση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vend, punë
θέση στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: плошта, абавязкі, пасада, пошта, служба, пост
θέση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ruum, amet, asukoht, post, töö
θέση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asuinpaikka, huone, kotipaikka, paikka, sija, tila, asema, asento, kanta, käyttäminen, kohta, olo, posti, toimi, työ, virka, asenne
θέση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mjesto, trg, namještenje, položaj, posao, zaposlenje, pošta
θέση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hely, tér, állás, elhelyezkedés, álláspont, beosztás, helyzet
θέση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aikštė, gatvė, vieta, darbas, korespondencija, paštas, postas, profesija, tarnyba, užduotis, punktas, stotis
θέση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adro, local, localidade, lugar, paragem, pararei, parca, praça, recinto, sitio, sítio, teatro, acomodo, cargo, correio, emprego, ocupais, ofício, posição, posto, situação, tarefa, trabalho, atitude, colocaria, estação, estaciona, posiciona, postura, presto
θέση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kraj, prostor, služba, postaja
θέση στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: miesto
θέση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: miejsce, posada, stanowisko
θέση στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: работа, отношение
θέση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: afiş, poştă, atitudine
θέση στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акціонерний, бюро, вихід, відомство, відправити, вітальня, вхід, кабінет, койка, контора, коридор, місце, місцеположення, наслідування, офіс, перехрестя, побачення, полиця, посада, посилати, пост, пошта, поштовий, призначення, прийняття, прохід, проходження, розклеїти, розклеювати, розміщувати, світлиця, ситуація, спільний, стан, стовп, щогла, голодування, піст
θέση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

θέση εργασίας, θέση πλοίων, θέση σελήνης, θέση γιαλού σπάτα 19004, θέση trendelenburg, θέση fowler, θέση αντίθεση σύνθεση, θέση κύριλλος 19300 ασπρόπυργος, θέση ιχθυολόγου, θέση γιαλός σπάτα