lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: θάρρος

Λεξικό: αγγλικά θάρρος
Μεταφράσεις: breeziness, courage, pep, spirit, vigour, bravery, daring, grit, guts, hardihood, mettle, nerve, pecker, pluck, spunk, valour, comfort, reassurance
θάρρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: duch, kuráž, mysl, odvaha, statečnost, chrabrost, odvážnost, opovážlivost, smělost, srdnatost, troufalost, udatnost
θάρρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: mut, tapferkeit, schneid
θάρρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: mod, heltemod, tapperhed
θάρρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ánimo, coraje, valor, brío, corazón, denuedo, esfuerzo, espíritu, hígado, osadía, valentía
θάρρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: courage, audace, bravoure, estomac, hardiesse, moral, vaillance
θάρρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: coraggio, animo, ardire, audacia, intrepidezza
θάρρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: mot, dristighet, mod, tapperhet
θάρρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: воодушевление, мужество, храбрость, дерзание, доблесть, отвага, бодрость
θάρρος στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: trimëri
θάρρος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: дух
θάρρος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: julgus, vaprus, vahvus
θάρρος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: urheus, uljuus
θάρρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hrabrost
θάρρος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: drąsa, didvyriškumas, heroizmas, narsa
θάρρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ânimo, coragem, corjas, denodo, valor, animo, audácia, heroísmo, denoto
θάρρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: animusz, odwaga, otucha
θάρρος στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mod, mot
θάρρος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мужнасць, храбрасць
θάρρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bátorság, merészség, mersz, vitézség
θάρρος στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: галантність, доблесть, запал, мужність, серце, серцевина, сміливість, характер
θάρρος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

θάρρος καλαμάτας, θάρρος ή αλήθεια, θάρρος κοζάνης, θάρρος γνωμικά, θάρρος συνώνυμα, θάρρος ή αλήθεια παιχνίδι, θάρρος ή αλήθεια ερωτήσεις, θάρρος αγγελίες, θάρρος ή αλήθεια επιτραπέζιο παιχνίδι, θάρρος η αλήθεια - μιχάλης χατζηγιάννης stixoi