lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ηθικός

Λεξικό: αγγλικά ηθικός
Μεταφράσεις: ethical, moral, virtuous, decent, decorous, modest, advisable, conscionable, equitable, fair, fair-minded, judicial, just, righteous, rightful, condign, consequential, correct, justifiable, justified, legitimate, legitimize, plausible, rank, right
ηθικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: etický, morální, morálnost, mravní, mravnost, skromný, přesný, spravedlivý, správný, zrovna, důvodný, legitimní, oprávněný, pravděpodobný, právoplatný, rozumný, slušný, zákonitý, zákonný
ηθικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: moralisch, sittlich, anspruchslos, bescheiden, klein, sittsam, genau, gerade, gerecht, billig, gleich, korrekt, richtig, zutreffend
ηθικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: moral, moralsk, beskeden, billig, fair, just, nøjagtig, nøjagtigt, præcis, real, retfærdig, rimelig, behørig, korrekt, ret, rigtig
ηθικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: moral, decente, decoroso, modesto, pequeño, ajustado, entero, equitativo, justo, cabal, correcto, recto
ηθικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dégringolade, moral, moralité, modeste, équitable, juste, exact, fondé, légitime, raisonnable, sciences, spécieux
ηθικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: morale, modesto, umile, equanime, equo, giusto, doveroso, esatto, legalitario, legittimo, retto
ηθικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: moral, moralisk, moralsk, sedelig, anstendig, beskjeden, tekkelig, just, real, rettferdig, behørig, rett, riktig, rimelig
ηθικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: морален, моральный, нравствен, нравственный, благонравный, ничтожный, скромный, правый, справедлив, справедливый, благоразумный, верен, верный, правильный, правомерен, правомерный
ηθικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: moralisk, just, rättvis, real, behörig, rättmätig, riktig
ηθικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: духоўны, маральны, справядлівы, дакладны, правільны, слушны
ηθικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: moraalinen, siveä, häveliäs, vaatimaton, kohtuullinen, oikeudenmukainen, vanhurskas, aiheellinen, laillinen, oikea, oikeutettu
ηθικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: moral, skroman, pravedan, ispravan
ηθικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: erkölcsi, igazságos, helyes, jogos
ηθικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ético, moral, virtuoso, decente, decoroso, modesto, pequeno, recatado, ajustado, apenas, equitativo, exactamente, justo, legítimo, acertado, afinado, certo, correcto, exacto, fidedigno, justificado, leal, preciso, recto
ηθικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: здоровий, моральний, цілющий, чесний, скромний, білявий, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, вірний, вірно, законний, зараз, значний, зовсім, навіть, направо, неабиякий, непоганий, парний, плоский, повністю, правий, правильний, правильно, право, правомірний, прекрасний, приємний, просто, рівний, рівномірний, русявий, саме, світлий, справедливий, справедливо, тільки, чималий, щойно, ярмарок, автентичний, відповідний, вірогідний, власний, властивий, водонепроникний, ґрунтовний, достовірний, звук, звучати, істинний, належний, незмінний, нескладний, правдивий, пристойний, прямий, прямо, справжній, справний, точний, формальний
ηθικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: moralny, obyczajny, sprawiedliwy, słuszny
ηθικός στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õiglane
ηθικός στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: teisingas, tikslus, tinkamas
ηθικός στα λιθουανική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: верен, правилен
ηθικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: samo
ηθικός στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ηθικός αυτουργός, ηθικός κώδικας, ηθικός σχετικισμός, ηθικός πανικός, ηθικός ρεαλισμός, ηθικός στοχασμός, ηθικός τρίπους, ηθικός κίνδυνος, ηθικός κίνδυνος moral hazard, ηθικός κίνδυνος στην υγεία