lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ζουλώ

Λεξικό: αγγλικά ζουλώ
Μεταφράσεις: oppress, pinch, squeeze, swarm, crumple, crush, knead, mash, press, ruffle, squash, stifle, crunch, masticate, clasp, clench, clutch, compress, embrace, grasped, grip, hold, hue, hug, shake, tighten, wring, congest, cram, crowd, emboss, herd, hustle, press-up, push, throng, extrude, imprinted
ζουλώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: lisovat, sevřít, stisknout, stlačit, tisknout, tísnit, tlačit, vtěsnat, čeřit, chumlat, drtit, hníst, mačkat, mísit, nutit, přimáčknout, rozdrtit, rozmačkat, roztloukat, urgovat, utvářet, uválet, válet, vylisovat, zmačkat, zmuchlat, mělnit, rozemlít, rozmělnit, umlčet, zamáčknout, zdrtit, zmáčknout, komprimovat, napnout, obejmout, objímat, obsáhnout, obsahovat, pazour, podepřít, přitisknout, slisovat, stáhnout, štípat, štípnout, svírat, zahrnovat, zatnout, zúžit, nahromadit, namačkat, natlačit, razit, směstnat, stísnit, vtlačit, vymačkat, ždímat
ζουλώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: drücken, geschleudert, kneifen, quetschen, werfen, zerdrücken, zerquetschen, kneten, pressen, zermalmen, knacken, anspannen, spannen, umarmen, umfassen, zusammenpressen, zwicken, drängen, prägen, stanzen, ausdrücken, ausprägen, auspressen, einprägen, erdrücken
ζουλώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: knuse, presse, trykke, elite, knuge, omfavne
ζουλώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apretar, ajar, amasar, aplastar, arrugar, arrugarse, chafar, heñir, machucar, quebrantar, triturar, abracar, abrazar, comprimir, estrechar, estrujar, oprimir, presionar, recalcar, apretarse, apretujarse, exprimir, prensar
ζουλώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: darder, jeter, presser, serrer, chiffonner, écacher, gêner, malaxer, pétrir, aplatir, broyer, concasser, écraser, appuyer, bander, comprimer, embrasser, enlacer, éteindre, étreindre, pincer, resserrer, rétreindre, serre, affluer, entasser, étamper, mouler, empreindre, épreindre, exprime, exprimer, extruder, gaufrer, pressurer, déprimer, écrabouiller, machiner
ζουλώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: premere, spremere, calcare, impastare, incalzare, pigiare, pressare, sollecitare, spingere, stringere, urgere, pestare, abbracciare, attanagliare, avvincere, avvinghiare, comprimere, serrare, sostenere, schiacciare
ζουλώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: skava, trenge, bråk, elte, kna, mosa, presse, knuse, knuge, krama, omfavne, trykke, prege, utpressa
ζουλώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бросить, тискать, давить, жать, комкать, месить, мять, сминать, обнимать, охватывать, пожимать, сдавливать, сжимать, стискивать, запрессовать, нагнетать, прессовать, чеканить, выдавливать, выжимать, обжимать, отжимать, раздавливать, расплющивать
ζουλώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: klämma, skava, tränga, trängas, bråk, knåda, mosa, krossa, krama, utpressa
ζουλώ στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahdistaa, litistää, ahtaa, puristaa, tiukata, vaivata, hienontaa, jauhaa, musertaa, jännittää, kiristää, tiivistää, hoputtaa
ζουλώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szorítani, nyomni, szétnyom, kézszorítás, présel
ζουλώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cisnąć, gnieść, miażdżyć, ściskać, tłoczyć, wyciskać, zgniatać
ζουλώ στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мясіць, здушваць, скарачаць, сціскаць, прасаваць
ζουλώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: suruma, pigistama
ζουλώ στα εσθονική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amassar, apertar, comprimir, esmagar, espremer, machucar, triturar, oprimir, aplacar, prensar
ζουλώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гальмо, гальмувати, загальмувати, замісити, замішувати, змішати, змішувати, місити, місіть, уступ, варення, варити, варитися, вирізати, давка, джем, замикати, замкніться, замкнути, замок, запирати, затискати, затискач, затиснути, зварити, здавлювати, змусити, змусьте, кипіння, ковток, контракт, напруга, напруження, напружити, напружитися, напружувати, напружуватися, нарив, натягати, натягнути, натягти, натягувати, обмежити, обмежувати, перешкоджати, перешкодити, підрядний, прикріпити, примусити, примушувати, прищикнути, прищикувати, прищипнути, прищипувати, розплющити, розплющувати, скоба, скріпка, стискати, стискувати, стиснути, стримати, стримувати, укус, ущипнути, шматок, щипати, щипнути, японець, випрасувати, витісніть, натиснути, прасувати, прес, преса, пресувати, тиснути
ζουλώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: përqafoj
ζουλώ στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zagrliti
ζουλώ στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ambreiaj
ζουλώ στα ρουμανική »