lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εύθυμος

Λεξικό: αγγλικά εύθυμος
Μεταφράσεις: jovial, bright, cheerful, good-humoured, jocund, jocundity, jolly, serene, sunny, sunshiny, blithe, cheery, convivial, festive, funny, gay, genial, geniality, glad, hilarious, jaunty, jocose, jocular, light, lively, lusty, merry, playful, sportive, sprightly, upbeat, wanton, amusing, comic, comical, droll, entertaining, facetious, humorous, laughable, ridiculous, acerbic, alert, alive, breezy, brisk, glib, high-spirited, nimble, perky, robust, snappy, spry, active, animate, bouncing, crisp, crispy, high, live, livestock, living, mobile, quick, tableau, vivacious, vivid, warm
εύθυμος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bodrý, veselý, žoviální, čistý, jasně, jasno, jasný, klidný, pěkný, radostný, světlý, bujarý, čilý, komický, potěšený, rozmarný, směšný, statný, zábavný, zdravý, žertovný, živý, hravý, legrační, podivný, šprýmař, šprýmovný, vtipný, bdělý, bujný, bystrý, čiperný, hbitý, křepký, ostražitý, poplach, svěží, svižný, žijící, aktivní, činný, kvapný, prudký, rychlý, účinný, vytrvalý
εύθυμος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: frohsinnig, jovial, froh, fröhlich, heiter, hell, klar, lustig, sonnig, ungetrübt, vergnügt, ausgelassen, flott, freudig, munter, amüsant, belustigend, drollig, komisch, närrisch, neckisch, putzig, spaßhaft, ulkig, vergnüglich, hurtig, lebend, lebendig, lebhaft, rüstig, wach, aktiv, flink, rege, schnell, wirksam
εύθυμος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: campechano, jovial, alegre, apacible, claro, sereno, vivo, animado, divertido, gaitero, placentero, chistoso, cómico, genial, gracioso, ridículo, ágil, alarma, alerta, avispado, despabilado, despierto, flamenco, presto, viviente, activo, caluroso, expresivo, rápido, vívido
εύθυμος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: jovial, beau, clair, gai, joyeux, serein, allègre, amusant, anacréontique, bouffe, dératé, émerillonné, enjoué, gaillard, grivois, guilleret, hilare, lie, réjoui, rigolo, badin, cocasse, comique, désopilant, divertissant, drolatique, drôle, falot, impayable, joli, marrant, plaisant, récréatif, régalant, réjouissant, alerte, allant, dispos, éveillé, ingambe, preste, verbe, vif, vivant, actif, brusque, déluré, fringant, mouvementé, mutin, pétulant, rapide, remuant, sémillant, vivace
εύθυμος στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: jovialisk, glad, klar, lys, lystig, festlig, gledelig, komisk, kul, leken, morsom, munter, rolig, artig, barokk, humoristisk, komiker, snodig, alarm, alert, blank, hurtig, kry, kvikk, levende, livlig, ljugs, pigg, rask, rørig, vaken, aktiv, bevegelig, kick, livaktig, snøgg
εύθυμος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: весёлый, бодрый, жизнерадостен, жизнерадостный, погожий, яркий, ясный, веселый, игривый, забавен, забавный, комический, смешной, быстрый, живой, живчик, оживленный, резвый, тревога, активный, бойкий, жив, скорый
εύθυμος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: jovialisk, glad, glättig, komisk, kul, leken, löjlig, lustig, munter, rolig, humoristisk, skämtsam, skojig, underhållande, alert, blank, hurtig, kry, kvick, livlig, ljus, pigg, rask, vaken, aktiv, käck, levande, livaktig, verksam
εύθυμος στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: joviális, kedélyes, derült, derűs, komikus, pajzán, vidám, bohókás, humoros, mulatságos, nevetséges, vicces, éber, élénk, élő, friss
εύθυμος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: jovial, alegre, ausente, calmo, claro, definido, explícito, festivo, sereno, transparente, vivo, animado, chistoso, contente, divertido, gaiteiro, risquito, cómico, engraçado, gracioso, recreativo, ridículo, ágil, alarma, alarme, alerta, presto, rebate, sentido, activo, caloroso, diligente, rápido, veloz, vívido
εύθυμος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: bodrý, veselý
εύθυμος στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jowialny, pogodny, wesoły, zabawny, żwawy, żywy
εύθυμος στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: glad, klar, let, lys, lystig, festlig, komisk, kul, morsom, munter, rolig, sjov, artig, humoristisk, komiker, alarm, alert, blank, hurtig, kry, kvik, levende, livlig, rask, rørig, aktiv, valken, virksom
εύθυμος στα δανική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allegro, brillante, chiaro, festoso, giocondo, gioioso, lieto, sereno, ameno, comico, dilettevole, divertente, gaio, giocoso, spassoso, vigoroso, buffo, ridicolo, allarme, desto, gagliardo, sveglio, svelto, vivace, vivo, agile, arzillo, attivo, celere, rapido, vivente
εύθυμος στα ιταλικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ясни, забаўны, жывы, бойкі, жвавы, людны
εύθυμος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hauska, helakka, heleä, iloinen, kirkas, tyyni, hilpeä, leikillinen, hassu, hassunkurinen, hullunkurinen, huvittava, koomikko, leikkisä, elävä, eloisa, hälytys, lennokas, pirteä, reipas, vilkas, virkeä, aktiivinen, hätäinen, ilmielävä, joutuisa, kalsea, liikkuva, nopea, toimekas, toimiva
εύθυμος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: jasan, radostan, svijetao, veseo, zabavan, aktivan, brz
εύθυμος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aiškus, linksmas, juokingas, komiškas, gyvas, aktyvus, greitas, veiklus, vikrus
εύθυμος στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: clar, alarmă, activ, iute
εύθυμος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акуратний, блискучий, визначений, вимовлений, виразний, витончений, відвертий, воловий, гарний, гострий, експліцитний, жвавий, звичайний, зрозумілий, категоричний, квітучий, когерентний, красивий, міцний, натуральний, невигадливий, некрасивий, однокольоровий, охайний, очевидний, певний, пеня, повнісінький, послідовний, прекрасний, простий, прямий, пунктуальний, рівний, рівнина, рожевий, світлий, світловий, спритний, сяючий, тонкий, точний, трояндовий, хороший, чепурний, чистий, чіткий, чудовий, чудово, штраф, штрафувати, яскравий, ясний, бадьорий, веселий, веселиться, висока, високий, високо, відважний, вогник, жартівливий, життєрадісний, запалити, запалювати, засвітити, зухвалий, легкий, легковажний, непохмурий, пробковий, радісний, розважений, свіжий, світло, смішний, сонячний, щасливий, гумористичний, дивний, забавний, потішний, утішний, чудний, бистрий, грайливий, графічний, дразливий, живий, живій, живіть, живої, живою, жити, житловий, життя, кмітливий, мешкати, моторний, мускулистий, наочний, пожити, проживати, розбиття, характерний, швидкий, юнацький, юний, бадьористий, легенький, проворний
εύθυμος στα ουκρανικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: smešen, vesel
εύθυμος στα σλοβενική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: смешник, бърз
εύθυμος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: koomiline, naljakas, elus
εύθυμος στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

εύθυμος συνώνυμα, εύθυμος δράκος, εύθυμος ετυμολογία