lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εφεύρεση

Λεξικό: αγγλικά εφεύρεση
Μεταφράσεις: creativity, invention, concoction, fabrication, fiction, figment, makeup, make-up, contraption, contrivance, improvement
εφεύρεση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: invence, výmysl, vynález, vynalezení, bajka, fikce, vymýšlení, zdání
εφεύρεση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erfindung, erfindungsgabe, innovation, neuerung, neuheit, erfind, fiktion, erfinden
εφεύρεση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: opfindelse, fiktion
εφεύρεση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: innovación, invención, inventiva, invento, fábula, ficción
εφεύρεση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: invention, fable, fiction, imagination, découverte, inventer
εφεύρεση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: invenzione, montatura
εφεύρεση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: innovasjon, oppfinnelse, dikt, fiksjon, innfall, påhitt, påfunn
εφεύρεση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выдумка, изобретательность, изобретение, инвенция, вымысел, измышление, фикция, открытие
εφεύρεση στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: изобретение
εφεύρεση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: leiutis
εφεύρεση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: keksiminen, keksintö, kuvittelu
εφεύρεση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pronalazak
εφεύρεση στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: išradimas
εφεύρεση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: invenção, invento, embuste, inventivo, inventar
εφεύρεση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vynález
εφεύρεση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: inwencja, wymysł, wynalazek, wynalezienie
εφεύρεση στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выдумка, вынаходка
εφεύρεση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kitalálás, feltalálás, találmány
εφεύρεση στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вариво, вигад, вигадка, виготовлення, вимисел, винахід, виробництво, грим, карбування, косметика, міф, план, роман, романс, романтика, винайдення, поняття
εφεύρεση στα ουκρανικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: påhitt
εφεύρεση στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

εφεύρεση της τυπογραφίας, εφεύρεση τηλεόρασης, εφεύρεση πυρίτιδας, εφεύρεση ηλεκτρισμού, εφεύρεση αυτοκινήτου, εφεύρεση τηλεφώνου, εφεύρεση φωτογραφίας, εφεύρεση που κάνει τον τοκετό παιχνιδάκι, εφεύρεση του αεροπλάνου, εφεύρεση κινητού τηλεφώνου