lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εφευρίσκω

Λεξικό: αγγλικά εφευρίσκω
Μεταφράσεις: concoct, contrive, create, devise, excogitate, fabricate, invent, revile, trump
εφευρίσκω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nadávat, tvořit, vymyslet, vymýšlet, vynalézat, vynalézt, vytvořit, kout
εφευρίσκω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausklügeln, erfinden, schelten, ausdenken, ausfindig, herausfinden
εφευρίσκω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: opfinde
εφευρίσκω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: forjar, fraguar, idear, imaginar, inventar, descubrir
εφευρίσκω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affabuler, controuver, déblatérer, enguirlander, imaginer, inventer, pester, ravauder, forger
εφευρίσκω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: escogitare, ideare, inventare
εφευρίσκω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выдумывать, изобретать, придумывать, ругать, выдумать, додумать, измыслить, придумать, отыскивать, отыскать
εφευρίσκω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: sajoj
εφευρίσκω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выдумліваць, выдумляць, лаяць
εφευρίσκω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: keksiä
εφευρίσκω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: izumiti
εφευρίσκω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kigondolni, kitalálni
εφευρίσκω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: forjar, fustigar, inventar
εφευρίσκω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вигадати, вигадувати, виготовити, виготовляти, видумувати, винайдіть, винайти, винаходити, виробіть, віяти, дмухати, дмухнути, дути, кузня, лаяти, нахил, обстріляйте, перила, підробити, підробляти, побийте, подути, поруччя, рейка, роман, романс, романтика, сварити, стусан, сфабрикувати, удар, фабрикувати, шпетити
εφευρίσκω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wymyślać, wymyślić, wynajdować, wynaleźć
εφευρίσκω στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: oppfinne
εφευρίσκω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: uppfinna
εφευρίσκω στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

ευρίσκω κλίση, εφευρίσκω συνώνυμα, εφευρίσκω ρήμα, εφευρίσκω συνωνυμο