lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εφαρμόζω

Λεξικό: αγγλικά εφαρμόζω
Μεταφράσεις: administer, dose, apply, assess, impose, inflict, perch, restrict, spoon, spread, superimpose, superpose, dab, adhere, comply, employ, use, enjoy, exercise, exert, adapt, adopt, conform, implement
εφαρμόζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: administrar, aplicar, echar, imponer, infligir, poner, arrimar, atenerse, emplear, guardar, practicar, usar, utilizar, estilar, adaptar
εφαρμόζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appliquer, entasser, imbriquer, interférer, marger, mettre, superposer, apposer, épauler, administrer, convenir, employer, pratique, pratiquer, utiliser, user, adapter, adopter, conformer, servir
εφαρμόζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: стажировать, накладывать, налагать, приложить, использовать, применять, употреблять, применить
εφαρμόζω στα ρωσικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: administrar, aplicar, infligir, pôr, usar, empregar, utilizar, emplumar, instrumentalizar, acomodar, adaptar, ajeitar, ajustar
εφαρμόζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aplikować, nakładać, przyłożyć, stosować, używać, zastosować
εφαρμόζω στα πολωνική »
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aplikovat, klást, nasadit, navrstvit, položit, použít, používat, přiložit, sázet, uložit, vršit, podat, praxe, řídit, spravovat, upotřebit, užít, užívat, vést, vykonávat, využít, využívat, zaměstnat, zaměstnávat, zvyk, cvik, spotřebovat, vynaložit, adoptovat, osvojit, přijmout, přizpůsobit, upravit, uzpůsobit
εφαρμόζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anlegen, anwenden, auflegen, aufsetzen, auftragen, benutzen, überziehen, umlegen, vorlegen, vornehmen, zutreffen, befolgen, verwalten, verwenden, brauchen, einsetzen, gebrauchen, genießen, nutzen, anpassen, bequemen, schmiegen
εφαρμόζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: benytte, administrere, antydning, bruge, tilbringe, anvende, tilpasse
εφαρμόζω στα δανική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: applicare, imporre, sovrapporre, adoperare, amministrare, impiegare, usare, uso, utilizzare, pratica, sfruttare, adattare, adeguare, adottare, uniformare
εφαρμόζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: pålegge, bidra, administrere, ansette, antydning, benytte, bruke, etterkomme, vatna, anvende, bruka, tilpasse
εφαρμόζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: belägga, bidra, använda, användande, efterkomma, efterleva, förvalta, nyttja, tillämpa, utnyttjande, vana, begagna, bruka, bruket, adoptera, använde, införa
εφαρμόζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbatoj, adaptoj
εφαρμόζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: накладаць, накладваць, прыстасоўваць, скарыстоўваць, ужываць, выкарыстаць, выкарыстоўваць, скарыстаць, ужыць
εφαρμόζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asettaa, panna, sovelluttaa, harjoittaa, käytellä, käyttää
εφαρμόζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aplica, adapta
εφαρμόζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викласти, застелити, класти, накладати, накладіть, накривати, накрити, покладати, покласти, положення, положити, постелити, стелити, ввести, вводити, вживати, вжити, використати, використовувати, відрекомендувати, застосовувати, застосувати, застосуйте, застосуйтеся, знайомити, познайомити, практикувати, практикуватися, прикласти, рекомендувати, ставити, передбачати, передбачити, передбачте, передчувати, сподіватися, чекати
εφαρμόζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kasutama, kohanema
εφαρμόζω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: upravljati, prilagoditi
εφαρμόζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkalmazni, használni
εφαρμόζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: naudoti
εφαρμόζω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

εφαρμογή συνώνυμο, εφαρμόζω μετάφραση, εφαρμόζω αόριστος, εφαρμόζω βικιλεξικο, εφαρμόζω αντίθετα, εφαρμόζω ετυμολογια, εφαρμόζω κλιση