lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εφαρμογή

Λεξικό: αγγλικά εφαρμογή
Μεταφράσεις: application, attentiveness, dilettante, diligence, sedulity, urgency, appliance, consumption, employment, exercise, usage, use, compliance, implementation, provision, supplication
εφαρμογή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: horlivost, naléhavost, neúnavnost, píle, pilnost, použití, pozornost, přičinlivost, přiložení, snaživost, upotřebení, užití, vytrvalost, obyčej, uplatnění, užívání, úzus, vynaložení, zaměstnání, zaměstnanost, zvyk, zvyklost, provádění
εφαρμογή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anwendung, fleiß, anstellung, aufgabe, beschäftigung, dienst, einsatz, gebrauch, inanspruchnahme, nutzung, verwendung, verwendurig
εφαρμογή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: alvor, anvendelse, flid, benyttelse, brug, brusk
εφαρμογή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acucia, aplicación, diligencia, urgencia, empleo, uso, utilización
εφαρμογή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: application, assiduité, attachement, diligence, urgence, emploi, usage, accommodation
εφαρμογή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: applicazione, diligenza, urgenza, zelo, consuetudine, impiego, occupazione, sfruttamento, usanza, uso
εφαρμογή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: alvor, anvendelse, flid, arbeid, benyttelse, bruk, sysselsetting
εφαρμογή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: безотлагательность, дилижанс, прилежание, срочность, усердие, использование, обычай, употребление, применение
εφαρμογή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arbetsamhet, flit, användning, bruk, tillämpning
εφαρμογή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbatim
εφαρμογή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: дилижанс
εφαρμογή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: неадкладнасць, руплівасць, спешнасць, стараннасць, тэрміновасць, шчырасць, прымяненне, скарыстанне, ужыванне
εφαρμογή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahkeruus, sovellutus, käytäntö, käyttäminen, käyttö, kulutus, virka
εφαρμογή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hitnost, žurba, običaj, posao, zaposlenje
εφαρμογή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: iparkodás, használat, alkalmazás
εφαρμογή στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aplicação, diligencia, esmero, cargo, emprego, ofício, uso, utilizaria, aplicais, destino
εφαρμογή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вживання, вжиток, додаток, застосування, заява, індустрія, пристрасть, програма, промисловість, ретельність, сердечність, старанність, терміновість, уживання, ужиток, діяльність, зайнятість, застосовування, працевлаштування, робота, служба
εφαρμογή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pilność, użycie, zastosowanie
εφαρμογή στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: töö
εφαρμογή στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: darbas
εφαρμογή στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

εφαρμογή παρακολούθησης έργων, εφαρμογή google play store, εφαρμογή συνώνυμα, εφαρμογή εκτύπωσης τελών κυκλοφορίας αυτοκινήτων, εφαρμογή what's up, εφαρμογή του θεσμού της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, εφαρμογή διαχειριστών - εκπροσώπων για συμπλήρωση στοιχείων ενοίκων και χιλιοστών θέρμανσης, εφαρμογή ειδοποίηση πληρωμής, εφαρμογή facebook, εφαρμογή vodafone mobile broadband