lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευτυχισμένος

Λεξικό: αγγλικά ευτυχισμένος
Μεταφράσεις: buoyant, cheerful, cheery, chirpy, exhilarating, gay, genial, glad, gladsome, gleeful, happy, joyful, joyfully, joyous, jubilant, light-hearted, merry, sportive, bucked, felicitous, fluky, fortunate, lucky
ευτυχισμένος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jásavý, potěšený, radostný, šťastný, veselý, blažený, nejistý, příznivý
ευτυχισμένος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufgeräumter, erfreulich, freudig, froh, glücklich, glückselig
ευτυχισμένος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: glad, heldig, lykkelig, lystig, salig, tur
ευτυχισμένος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alegre, contento, dichoso, feliz, afortunado, bienaventurado, fausto, próspero
ευτυχισμένος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acclamation, gai, heureux, hilare, joyeux, jubilant, lie, réjoui, béat, chanceux, fortuné, prospère
ευτυχισμένος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allegro, fausto, felice, festoso, fortunato, gaio, giocondo, gioioso, lieto, beato
ευτυχισμένος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: glad, gledelig, lykkelig, lystig, heldig, salig, tur
ευτυχισμένος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бодрый, отрадный, радостен, радостный, счастливый, счастлив
ευτυχισμένος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: glad, glädjande, glättig, lycklig, salig, tur
ευτυχισμένος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: радасны, шчаслівы
ευτυχισμένος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õnnelik
ευτυχισμένος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: iloinen, onnellinen, onnekas
ευτυχισμένος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: radostan, sretan
ευτυχισμένος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: laimingas, linksmas
ευτυχισμένος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alegre, contente, contento, eufórico, feliz, festivo, gozoso, jovial, jubiloso, afortunado, venturoso
ευτυχισμένος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vesel
ευτυχισμένος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: барвистий, веселий, радісний, радіти, рожевий, розважений, смішний, сонячний, строкатий, яскравий, благословенний, вдалий, пальмовий, пощастити, успішний, щасливий, щастити
ευτυχισμένος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: radosny, szczęśliwy
ευτυχισμένος στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fatlum
ευτυχισμένος στα αλβανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: boldog, szerencsés
ευτυχισμένος στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

ευτυχισμένος πρίγκιπας, ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος, ευτυχισμένος γάμος, ευτυχισμένος ο νέος χρόνος, ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος 2014, ευτυχισμένος συνώνυμα, ευτυχισμένος άνθρωπος, ευτυχισμένος πρίγκιπας όσκαρ ουάιλντ, ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του οδυσσέα, ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος σε όλες τις γλώσσες