lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευμετάβλητος

Λεξικό: αγγλικά ευμετάβλητος
Μεταφράσεις: changeable, variable, alternate, alternating, change, choppy, convertible, erratic, fickle, floating, fluky, modifiable, moodiness, mutable, shifty, versatile, vicissitudes, volatile
ευμετάβλητος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: měnitelný, měnivý, proměnlivý, alternativní, alternující, kolísavý, měnící, náladový, nestálý, pohyblivý, pojízdný, proměnná, vrtkavý, vrtošivý
ευμετάβλητος στα τσεχική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: variabel, alternativ, foranderlig, ustadig, vekselstrøm
ευμετάβλητος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: variable, vario, alternativo, alterno, cambiante, desabrido, desigual, inconstante, movedizo, movible, móvil, mudable, mutable, versátil, volátil
ευμετάβλητος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: variable, altérable, alternatif, ambulatoire, amphibole, changeant, inconstant, inégal, instable, lunatique, mobile, mouvant, muable, mutable, oscillant, protéiforme, rémittent, variant, versatile, volage
ευμετάβλητος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: variabile, alternato, alterno, volubile
ευμετάβλητος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: variabel, alternativ, avvekslende, flyktig, foranderlig, ujevn, ustadig, vekselstrøm
ευμετάβλητος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изменчивый, изменчив, изменяемый, переменный, переменчив, переменчивый
ευμετάβλητος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: variabel, flyktig, föränderlig, ombytlig, skiftande, växlande
ευμετάβλητος στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epävakainen, muuttuva, häilyvä, muuttuja, vaihteleva, vuoroittainen
ευμετάβλητος στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: vario, alternativo, alterno, cambiante, desigual, inconstante, mobile, mudasse, versátil, volátil
ευμετάβλητος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zmienna, zmienny
ευμετάβλητος στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abwechselnd, alternativ, fahrig, flexibel, sprunghaft, unbeständig, variabel, veränderlich, wandelbar, wechselhaft, wechselnd
ευμετάβλητος στα γερμανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: здрадлівы, зменлівы, пераменлівы
ευμετάβλητος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muutuja
ευμετάβλητος στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: akadozó, változékony, változó
ευμετάβλητος στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: alternativ, schimba
ευμετάβλητος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бистрий, зіпсований, леткий, мінливий, невизначений, неозначений, нестабільний, нестійкий, плавкий, поспішати, примхливий, прудкий, різноманітний, різносторонній, розбитий, скоро, сумнівний, хутко, швидкий, швидко
ευμετάβλητος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ευμετάβλητος συνώνυμα, ευμετάβλητος λεξικο, ευμετάβλητος τι σημαινει, ευμετάβλητοσ συνώνυμο, ευμετάβλητος/η, ευμετάβλητος σημασια, ευμετάβλητος αγγλικα