lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευμενής

Λεξικό: αγγλικά ευμενής
Μεταφράσεις: acquiescent, friendly, genial, partial, prejudice, prejudiced, propitious, benevolent, benign, benignant, charitable, favourable, good-hearted, kind, kind-hearted, kindly, neighbourly, sympathetic, warm-hearted, bland, clement, gracious, indulgent, placid
ευμενής στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: přívětivý, příznivý, vhodný, vlídný, benevolentní, blahosklonný, laskavý, sympatický, dobrotivý, graciézní, hodný, lahodný, milostivý, milý, mírný, půvabný, shovívavý, šťastný, uhlazený, výhodný
ευμενής στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beifällig, freundlich, geneigt, gewogen, gnädig, günstig, hold, liebenswürdig, wohlgesinnt, wohlwollend, entgegenkommend, entgegenkommender, wohlgemeint, zugetan, gütig, leutselig, lieb
ευμενής στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: elskværdig, gunstig, venlig, god, sympatisk, velvillig, blid, flink, hyggelig, nådig, sort
ευμενής στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afable, amable, benévolo, favorable, propicio, acogedor, amistoso, benigno, bondadoso, gracioso
ευμενής στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acquis, affable, bénévole, bienveillant, favorable, propice, veillant, affectionné, affectueux, sympathique, aimable, béni, bénin, benoît, bon, clément, gracieux, obligeant
ευμενής στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: benevolo, favorevole, gradevole, benigno, simpatico, clemente, cortese
ευμενής στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gunstig, vennlig, god, snill, sympatisk, velvillig, blid, hyggelig, nåderik, nådig, sort
ευμενής στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: благоприятный, благосклонен, благосклонный, доброжелательный, одобрительный, благожелателен, благожелательный, доброжелателен, милостивый, приветлив, приветливый, добрый, милостив
ευμενής στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: älskvärd, god, snäll, välvillig, hygglig, nåderik, nådig, sort
ευμενής στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: suopea, ystävällinen, edullinen, hyväntahtoinen, armollinen, avulias, kohtelias
ευμενής στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hajlandó, jóindulatú, jóakaratú, jószívű, kegyes, szíves
ευμενής στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: malonus, mandagus
ευμενής στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afável, amarele, amável, bondoso, gentil, propicio, amistoso, benévolo, benigno, favorável, gracioso, obsequioso
ευμενής στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: afabil, amabil, indulgent
ευμενής στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przychylny, życzliwy, łaskawy
ευμενής στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ветлівы, добразычлівы, прыветлівы, прыхільны, спрыяльны, добры, ласкавы, літасцівы, міласцівы
ευμενής στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: priateľský, milostivý
ευμενής στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вигода, добро, доброзичливий, привітний, великодушний, вид, добрий, доброякісна, доброякісне, доброякісний, ласкавий, милосердний, милостивий, поблажливий, порядний, пристойний, прихильний, різновид, сорт, співчутливий, сприятливий, тип, хороший, щедрий
ευμενής στα ουκρανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ljubazan, povoljan
ευμενής στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

ευμενής λεξικο, ευμενής ετυμολογία, ευμενής συνώνυμο, ευμενής ορισμός, ευμενής συνόνυμα, ευμενής σημαίνει