lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευλύγιστος

Λεξικό: αγγλικά ευλύγιστος
Μεταφράσεις: elastic, expandable, flexible, open-ended, resilient, springy, stretch, stretchy, whippy, limber, lithe, flex, lissom, malleable, nimble, pliable, pliant, supple, willowy
ευλύγιστος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: elastický, flexibilní, guma, ohebný, poddajný, přizpůsobivý, pružný, kujný, poslušný, tvárný, vláčný
ευλύγιστος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anpassungsfähig, dehnbar, elastisch, federnd, flexibel, geschmeidig, biegsam, schmiegsam, anschmiegsam, biegsamen, folgsam, gefügig
ευλύγιστος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: elastisk, fleksibel, smidig, plastisk, rørlig
ευλύγιστος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: correoso, elástico, flexible, maleable, plegable
ευλύγιστος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compressible, élastique, flexible, souple, pliable, svelte, désossé, fauteuil, liant, malléable, obéissant, pliant, ployable, serpentin
ευλύγιστος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: arrendevole, elastico, flessibile, pieghevole, cedevole, malleabile
ευλύγιστος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: elastisk, fleksibel, spenstig, smidig, bøyelig, mjuk, myk, plastisk, rørlig
ευλύγιστος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гибкий, эластичен, эластичный, гибок, гнущийся, ковкий
ευλύγιστος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: elastisk, spenstig, smidig, vig, mjuk, plastisk, rörlig
ευλύγιστος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: elastne, väle
ευλύγιστος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: joustava, kimmoisa
ευλύγιστος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: elastičan
ευλύγιστος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gumizsinór, rugalmas
ευλύγιστος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: elastingas, guvus, vikrus
ευλύγιστος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: elástico, flexível, ágil
ευλύγιστος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гнучкий, еластичний, бистрий, жилавий, звивистий, кмітливий, моторний, піддатливий, різносторонній, спритний, швидкий
ευλύγιστος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: elastyczny, gibki, giętki
ευλύγιστος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гібкі, гнуткі
ευλύγιστος στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

ευλύγιστος συνωνυμο, ευλύγιστος συνώνυμα