lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευκατάστατος

Λεξικό: αγγλικά ευκατάστατος
Μεταφράσεις: affluent, fortuned, prosperous, substantial, wealthy, well-off
ευκατάστατος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: blahobytný, bohatý, majetný, obsažný, zámožný
ευκατάστατος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begütert, bemittelt, reich, vermögend, wohlhabend
ευκατάστατος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: rig, velhavende, velstående
ευκατάστατος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acaudalado, acomodado, adinerado, caudaloso, pudiente, rico
ευκατάστατος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aisé, cossu, fortuné, opulent, pécunieux, riche
ευκατάστατος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbiente, agiato, benestante, facoltoso, ricco
ευκατάστατος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: rik, velhavende, velstående
ευκατάστατος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: богатый, зажиточный, состоятелен, состоятельный
ευκατάστατος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förmögen, välbärgad
ευκατάστατος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pasur
ευκατάστατος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: багаты, грунтоўны, заможны, плацежаздольны, слушны, угрунтаваны
ευκατάστατος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jõukas, rikas
ευκατάστατος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: äveriäs, rikas, varakas, vauras
ευκατάστατος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bogat
ευκατάστατος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gazdag, vagyonos
ευκατάστατος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: turtingas
ευκατάστατος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: caudaloso, opulento, rico
ευκατάστατος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: bogat
ευκατάστατος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: bohatý
ευκατάστατος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: багатий, важливий, заможний, істотний, квітучий, пишний, процвітаючий, реальний, сприятливий, успішний
ευκατάστατος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zamożny
ευκατάστατος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ευκατάστατος συνώνυμο