lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευκαιρία

Λεξικό: αγγλικά ευκαιρία
Μεταφράσεις: bargain, chance, nonce, occasion, opportunity, likelihood, opening, coincidence, fortune, luck, occurrence, serendipity
ευκαιρία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: možnost, naděje, podnět, příčina, příležitost, šance, štěstí, bohatství, jmění, majetek, náhoda
ευκαιρία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angelegenheit, anlass, chance, gelegenheit, glück, möglichkeit, vermögen, zufall
ευκαιρία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anledning, chance, gruen, held, lejlighed, slump, formue, lykke, tilfælde
ευκαιρία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: azar, fortuna, ganga, lugar, ocasión, oportunidad, suerte, tiempo, acaso, casualidad, caudal, dicha, ventura
ευκαιρία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aubaine, chance, occase, occasion, ressource, fortune, hasard, rencontre
ευκαιρία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appiglio, fortuna, occasione, opportunità, probabilità, ventura, casualità, rischio
ευκαιρία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anledning, grunn, høve, leilighet, sjanse, slump, tilfelle, formue, hell, lykke
ευκαιρία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: случай, шанс, попади, удача
ευκαιρία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anledning, tillfälle, chans
ευκαιρία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: случай
ευκαιρία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выпадак, здарэнне, нагода, прычына, шанс, шанц
ευκαιρία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sündmus, võimalus, õnn
ευκαιρία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: mahdollisuus, onni, tilaisuus, omaisuus, onnetar, osa, rikkaus
ευκαιρία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mogućnost, prilika, sreća
ευκαιρία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkalom, eset, végzet
ευκαιρία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atvejis, galimybė, įvykis, laimė, proga, sėkmė
ευκαιρία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acontecimento, azar, caso, ensejo, evento, fortuna, ganga, lance, lugar, ocasião, ocorrência, oportunidade, sucedido, vez, acaso, caudal, destino, felicidade, sina, sorte, ventura
ευκαιρία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: noroc
ευκαιρία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: priložnost
ευκαιρία στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: príležitosť
ευκαιρία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: авантюра, випадковість, випадок, діло, доля, інцидент, коробка, нагода, несподіванка, обставина, подія, поширення, предмет, пригода, річ, скриня, случай, справа, удача, футляр, чохол, щастя, явище
ευκαιρία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: okazja, szansa, traf
ευκαιρία στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fat
ευκαιρία στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

ευκαιρία συνώνυμα, ευκαιρία ακίνητα, ευκαιρία στα αγγλικά, ευκαιρία εργασίας, ευκαιρία καριέρας, ευκαιρία για πρακτική άσκηση σε 20.000 ανέργους έως 29 ετών, ευκαιρία αυτοκίνητα, ευκαιρία απασχόλησης για 2.200 άνεργους πτυχιούχους, ευκαιρία ετυμολογία, ευκαιρία αποφθέγματα