lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευθύνη

Λεξικό: αγγλικά ευθύνη
Μεταφράσεις: aggravation, burden, burthen, charge, cumber, cumbrance, duty, encumbrance, handicap, liability, load, loading, strain, termination, workload, chore, civic, clear, obligation, office, onus, responsibility, accountability, blaming, disclaim, bond, commitment, engagement, pledge, service, undertaking
ευθύνη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: funkce, nabíjení, náboj, náklad, nakládání, nakládka, nálož, naložení, povinnost, služba, tíže, útok, vsázka, zátěž, zatížení, zhoršení, zostření, ztížení, dluhopis, kancelář, obligace, pomoc, úkol, úřad, závazek, odpovědnost, zodpovědnost, dluh, úpis
ευθύνη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: amt, belastung, inanspruchnahme, ladung, nutzlast, arbeit, aufgabe, büro, dienst, gebühr, pflicht, schuldigkeit, verpflichtung, haftpflicht, haftung, verantwortung, engagement, obligation, soll
ευθύνη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ballast, belastning, byrde, ladning, læs, last, ansvar, embede, kontor, opgave, pligt
ευθύνη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: carga, cargamento, cargo, gravamen, agencia, compromiso, deber, faena, obligación, oficina, oficio, responsabilidad, empeño
ευθύνη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aggravation, appesantissement, charge, chargement, devoir, obligation, office, responsabilité, engagement
ευθύνη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addebito, aggravio, carica, carico, onere, peggioramento, soma, compito, dovere, impiego, obbligo, uffizio, responsabilità, debito, impegno, vincolo
ευθύνη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ballast, belastning, byrde, last, ansvar, forpliktelse, gjøremål, kontor, oppgave, plikt, skyldighet, verneplikt, engasjement, troskap
ευθύνη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: груз, нагрузка, ноша, обременение, обременительность, отягощение, утяжеление, бюро, долг, контора, обязанность, обязательство, ответственность, залог
ευθύνη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ballast, barlast, belastning, åliggande, plikt, skyldighet, uppgift, ansvar, förbindelse, obligation
ευθύνη στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ngarkesë, detyrë, shërbim, zyrë
ευθύνη στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lataus, velvollisuus, konttori, lasti, tehtävä, toimisto, virasto, virka, edesvastuu, vastuu, sitoumus
ευθύνη στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megterhelés, rakodás, súlyosbítás, kötelesség, felelősség, kötelezettség
ευθύνη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: krovinys, krūvis, našta, atsakomybė, pareiga
ευθύνη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: carga, cargo, dever, emprego, escritório, funciona, obrigação, oficina, oficio, ofício, compromisso, obrigais
ευθύνη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: obligaţie, sarcină, datorie
ευθύνη στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: заряд, бізнес, бізнесовий, борг, бюро, вартування, відомство, відповідальність, діло, діловий, заборгованість, збір, кабінет, контора, кредит, кредитний, кредитувати, мито, наряд, осудність, офіс, підлягання, посада, справа, чергування, звітність, підзвітність, антрепренерство, вручення, вчинення, діяльність, заклад, заняття, запорука, заручення, застава, передача, підприємливість, підприємство, становище
ευθύνη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obciążenie, obowiązek, odpowiedzialność, zobowiązanie
ευθύνη στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абавязак, доўг, адказнасць, абавязацельства
ευθύνη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: büroo, kohustus, vastutus
ευθύνη στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dužnost, ured, odgovornost
ευθύνη στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

ευθύμη ζησάκη, ευθύνη διαχειριστή επε, ευθύνη από πρόστηση, ευθύνη ετυμολογία, ευθύνη διαχειριστή ικε, ευθύνη εταίρου μονοπρόσωπης επε, ευθύνη από διαπραγματεύσεις, ευθύνη του επιστήμονα, ευθύνη συνώνυμο, ευθύνη ετερόρρυθμου εταίρου