lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ευαίσθητος

Λεξικό: αγγλικά ευαίσθητος
Μεταφράσεις: affectionate, delicate, fond, sensitive, sensuous, tender, tender-hearted, vulnerable, edgy, fretful, huffish, huffy, irritable, peevish, pettish, slippery, squeamish, susceptible, tetchy, thorny, ticklish, touchy, emotional, emotive, intense, sensible, sensual, alive, apprehensive, corresponsive, high-strung, impressible, impressionable, irascible, queasy, responsive, softie, sore, telltale, thin-skinned, carnal, fleshly, libidinous, sensory, voluptuous
ευαίσθητος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: choulostivý, citlivý, delikátní, jemný, křehký, laskavý, láskyplný, lítostivý, měkký, nedůtklivý, něžný, oddaný, subtilní, útlocitný, útlý, vnímavý, dráždivý, háklivý, iritabilní, lechtivý, podrážděný, popudlivý, afektivní, citelný, citový, dojmový, emoční, emotivní, náruživý, vášnivý, přecitlivělý, zranitelný, rozkošný, senzuální, smyslný, smyslový, tělesný
ευαίσθητος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: brüchig, empfänglich, empfindlich, empfindsam, fein, gebrechlich, heikel, liebevoll, sensibel, sinnlich, zart, zärtlich, zerbrechlich, zierlich, zugetan, brisant, kitzelig, kitzlig, peinlich, reizbar, emotional, empfindungsfähig, gefühlsmäßig, merklich, spürbar, üppig, wollüstig
ευαίσθητος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: delikat, fin, fintfølende, følsom, lækker, øm, sart, skrøbelig, vanskelig, irritabel, pirrelig, prekær, nærtagende, sårbar, sensibel, sanselig
ευαίσθητος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afecto, afectuoso, amoroso, blando, cariñoso, delicado, expresivo, frágil, quebradizo, sensible, sensitivo, tierno, vulnerable, cosquilloso, irritable, quisquilloso, susceptible, vidrioso, emocional, sentido, sentimental, impresionable, receptivo, carnal, sensorial, sensual, voluptuoso
ευαίσθητος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affectueux, aimant, délicat, frileux, impressionnable, sensible, susceptible, tendre, chatouilleux, irritable, ombrageux, pointilleux, santé, scabreux, affectif, émotif, passionné, romantique, sentiment, sentimental, douillet, passible, réceptif, ultrasensible, vibrant, vulnérable, charnel, matériel, physique, sensuel, voluptueux
ευαίσθητος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affettuoso, amorevole, amoroso, delicato, sensibile, tenero, irritabile, permaloso, suscettibile, emotivo, sentimentale, vulnerabile, carnale, sensuale, voluttuoso
ευαίσθητος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: delikat, fintfølende, følsom, innstendig, øm, sart, skrøpelig, irritabel, kinkig, ømfintlig, pirrelig, prekær, mottaglig, nærtagende, sårbar, sensibel, sanselig, sensuell
ευαίσθητος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: любящий, нежный, чувствительный, обидчивый, раздражителен, раздражительный, самолюбив, самолюбивый, щекотливый, эмоциональный, впечатлителен, впечатлительный, чувствителен, плотский, чувствен, чувственный
ευαίσθητος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: öm, ömsint, snart, tillgiven, delikat, ettrig, irritabel, känslig, kinkig, kitslig, prekär, snarstucken, mottaglig, sensibel, stingslig, sensuell, sinnlig
ευαίσθητος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: delikaatne, õrn, tundlik
ευαίσθητος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arka, arkaluontoinen, hauras, heikko, hellä, hempeä, herkkä, murea, pehmeä, haavoittuva, aistillinen, lihallinen
ευαίσθητος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érzékeny, finom, gyengéd, csiklandós, kényes, sikamlós, érzelmi, fogékony, érzéki, kéjes
ευαίσθητος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gležnas, jautrus, keblus, meilus, subtilus, švelnus, trapus
ευαίσθητος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afecto, afectuoso, brando, caridoso, delicado, fino, frágil, grácil, impressionável, meigo, mimoso, quebradiço, sensabor, sensível, suave, casquilhos, colérico, escandaloso, efusivo, emocional, sentido, impressionante, sentimental, susceptível, carnal, lascivo, luxurioso, sensorial, sensual, voluptuoso
ευαίσθητος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: afectuos
ευαίσθητος στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czuły, drażliwy, uczuciowy, wrażliwy, zmysłowy
ευαίσθητος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: далікатны, зласлівы, казытлівы, раздражняльны, уражлівы, уразлівы, адчувальны, пачуццёвы
ευαίσθητος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dráždivý, citlivý
ευαίσθητος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вередливий, витончений, вишуканий, делікатний, дошкульний, дратівливий, жовтяничний, жовчний, колючий, краб, крихкий, ламкий, лоскітливий, наперчений, нервовий, нетерпеливий, нетерплячий, ніжний, образливий, пропозиція, пряний, розбірливий, сварливий, сердитий, слабкий, уразливий, шорсткий, щурячий, емоційний, акуратний, відчуття, вразливий, гарний, гарно, інтенсивний, красивий, лагідний, милий, напружений, почуття, приємний, розважливий, розважний, розсудливий, сильний, симпатичний, тактовний, хороший, чутливий, чуттєвий, чуття, естетичний, плотський, почуттєвий, тілесний
ευαίσθητος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ευαίσθητος συνώνυμα, ευαίσθητος άνθρωπος, ευαίσθητος αποδέκτης, ευαίσθητος άντρας, είμαι ευαίσθητος