lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ετυμηγορία

Λεξικό: αγγλικά ετυμηγορία
Μεταφράσεις: estimation, feedback, mind, opinion, sentiment, verdict, view, adjudication, inquest, award, decree, doom, final, judgement, judgment, sentence
ετυμηγορία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cit, mínění, mysl, myšlení, náhled, názor, posudek, přesvědčení, rozhodnutí, rozsudek, rozum, soud, úsudek, výrok, dekret, nařízení, odsouzení, ortel, posouzení, předpis, průpověď, soudnost
ετυμηγορία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ansicht, äußerung, gutachten, leumund, meinung, ruf, stellungnahme, urteil, verdikt, beurteilung, dekret, entscheidung, erkenntnis, erlass, spruch, ursprungsbeleg, verfügung, verordnung
ετυμηγορία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anseende, dom, mening, omdømme, opinion, renommé, ry, dekret, forordning, kendelse
ετυμηγορία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: concepto, consulta, dictamen, fama, juicio, opinión, parecer, reputación, sentencia, veredicto, condena, decreto, fallo
ετυμηγορία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avis, jugement, opinion, pensée, renom, renommée, réputation, sens, sentence, verdict, condamnation, décret
ετυμηγορία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avviso, giudizio, idea, opinione, parere, posizione, senso, verdetto, condanna, decreto, sentenza
ετυμηγορία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anseende, dom, kritikk, mening, omdømme, opinion, oppfatning, renommé, ry, rykte, kjennelse, dekret, døma, judisium, skjønn
ετυμηγορία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вердикт, взгляд, воззрение, мнение, отзыв, суждение, декрет, приговор
ετυμηγορία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anseende, omdöme, opinion, renommé, rykte, dom, döma
ετυμηγορία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mendim
ετυμηγορία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: мнение, декрет, постановление
ετυμηγορία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: водзыў, думка, меркаванне, погляд, вердыкт
ετυμηγορία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: arvamus
ετυμηγορία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajatus, käsitys, lausunto, asetus, tuomio
ετυμηγορία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mišljenje, presuda
ετυμηγορία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elme, ítélet, nézet, vélemény, verdikt, döntés, rendelet
ετυμηγορία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuomonė, pažiūra, įsakas, potvarkis, sprendimas
ετυμηγορία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: consulta, crítica, ditames, opinião, parecer, sentencia, tesos, veredicto, condena, decreto, falo, julgamento, sentença
ετυμηγορία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: opinie
ετυμηγορία στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: арешт, вердикт, вивезення, виголошення, визволення, вирок, відгук, відзив, відкликання, відповідати, відповідь, відповісти, віра, вірування, гадка, довіра, думка, зняття, кара, кмітливість, крихітка, оцінка, оцінювання, побоювання, погляд, поняття, почуття, присуд, рахунок, розважливість, розсудливість, розуміння, чуття, декрет, указ
ετυμηγορία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opinia, werdykt, wyrok
ετυμηγορία στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: verdikt
ετυμηγορία στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ετυμηγορία λεξεων, ετυμηγορία συνώνυμο, ετυμολογία λεξικό, ετυμηγορία ταινία, ετυμηγορία αγγλικά, ετυμηγορία συνωνυμα, η ετυμηγορία, τυφλή ετυμηγορία, λαϊκή ετυμηγορία, εκδίδω ετυμηγορία