lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ερημίτης

Λεξικό: αγγλικά ερημίτης
Μεταφράσεις: anchorite, eremite, hermit, recluse
ερημίτης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: osamělý, poustevník, samotář, samotářský
ερημίτης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einsiedler
ερημίτης στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: eneboer
ερημίτης στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ermitaño, solitario
ερημίτης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: anachorète, ermite, reclus, solitaire
ερημίτης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: eremita, romito, solitario
ερημίτης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: eneboer, eremitt
ερημίτης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: отшельник, пещерник
ερημίτης στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адзінотнік, пустэльнік
ερημίτης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erakko
ερημίτης στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: remete
ερημίτης στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: eremita
ερημίτης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pustovník
ερημίτης στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: пустельник, самітник, троглодит
ερημίτης στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pustelnik
ερημίτης στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ερημίτης κέρκυρα, ερημίτησ παξοί, ερημίτης κάβουρας, ερημίτης ταρώ, ερημίτης κασσιόπη, ερημίτης μοναχός ιωσήφ, ερημίτης αγιο ορος, ερημίτης wiki, μάκησ ερημίτησ, πέτρος ερημίτης