lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εργατικός

Λεξικό: αγγλικά εργατικός
Μεταφράσεις: alight, ardent, assiduous, avid, devout, eager, earnest, fervid, keen, strenuous, warm, zealous, zealousness, attentive, diligent, immediate, industrious, laborious, pressing, sedulous, studious, urgency, urgent
εργατικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dychtivý, horlivý, lačný, nenasytný, neúnavný, pilný, planoucí, přičinlivý, usilovný, vášnivý, vroucný, vytrvalý, žádostivý, zanícený, žhavý, žhoucí, akutní, bezodkladný, naléhavý, neodkladný, nutkavý, nutný, pracný, pracovitý, snaživý, urgentní
εργατικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begierig, eifrig, emsig, gierig, leidenschaftlich, strebsam, arbeitsam, brennend, dringend, eilig, fleißig, geschäftig
εργατικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: flittig, ivrig, presserende
εργατικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ardiente, ávido, celoso, ferviente, fervoroso, aplicado, apremiante, apretado, asiduo, diligente, estudioso, imperioso, laborioso, perentorio, solícito, trabajoso, urgente
εργατικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ardent, assidu, avide, fervent, studieux, zélé, appliqué, diligent, laborieux, pressant, pressé, urgent
εργατικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ardente, avido, diligente, zelante, attento, impellente, incalzante, urgente
εργατικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begjærlig, flittig, ivrig, nidkjær, akutt, arbeidsom, innstendig, inntrengende, presserende, utholdende
εργατικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: алчный, горячий, истовый, прилежный, ревностен, ревностный, рьян, рьяный, усерден, усердный, прилежен, спешный, срочный, трудолюбивый, экстрен, экстренный
εργατικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: eldig, ivrig, nitisk, angelägen, arbetsam, brådskande, flitig, ihärdig, överhängande, skyndsam
εργατικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дбайны, заўзяты, руплівы, старанны, шчыры, спешны, тэрміновы
εργατικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahkera, ahnas, ahne, harras, innokas, intomielinen, kiihkeä, lämmin, perso, kiireellinen, työläs
εργατικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: usijan, hitan
εργατικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: buzgó, törekvő, szorgalmas
εργατικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: karštas, darbštus, skubus
εργατικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acérrimo, aplicado, ávido, cobiçoso, diligente, esmerado, fervoroso, sedento, sequioso, solícito, assíduo, esforçado, estudioso, laborioso, trabalhador, urgente
εργατικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aprins, avid, harnic, silitor
εργατικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: horlivý
εργατικός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: завзятий, запопадливий, ревний, ретельний, старанний, щедрий, безпосередній, близький, впертий, кидатися, кинутися, линути, миттєвий, мчати, мчатися, настирливий, настійний, натиск, натиснення, невідкладний, негайний, поквапливий, помчати, спішний, строковий, терміновий, черговий, шелестіти
εργατικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gorliwy, pilny
εργατικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

εργατικός αγώνας, εργατικός αγώνας blogspot, εργατικός τουρισμός, εργατικός νόμος, εργατικόσ συνώνυμο, εργατικός κώδικας, εργατικός οδηγός επιχείρησης, εργατικός έλεγχος, εργατικός λειτουργός, εργατικός οδηγός επιχείρησης 2013