lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εργασία

Λεξικό: αγγλικά εργασία
Μεταφράσεις: appointment, employment, job, pizza, placement, position, post, posting, situation, casework, labour, occupation, task, work, appliance, application, consumption, exercise, usage, use, activity, business, classes, engagement, play, profession, seizure, studies, trade, compliance, implementation, provision, supplication
εργασία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: funkce, místo, poloha, pošta, postavení, postoj, použití, pozice, práce, služba, stanoviště, stav, úloha, umístění, upotřebení, úřad, užití, užívání, zaměstnání, zaměstnanost, dílo, povinnost, robota, obyčej, píle, pozornost, přiložení, uplatnění, úzus, vynaložení, zvyk, zvyklost, chycení, dobytí, konfiskace, obsazení, okupace, působení, uchopení, uchvácení, zabavení, zábor, zabrání, zaneprázdnění, provádění
εργασία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: amt, anstellung, anwendung, arbeit, aufgabe, beruf, beschäftigung, dienst, job, lage, position, post, posten, stelle, stellung, werk, einsatz, gebrauch, inanspruchnahme, nutzung, verwendung, verwendurig, beschlag, beschlagnahme, besetzung, einnahme, pfändung
εργασία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arbejd, arbejde, beliggenhed, embede, job, opgave, post, stilling, bestilling, jobbe, værk, anvendelse, benyttelse, brug, brusk, besættelse, beskæftigelse, beslag
εργασία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acomodo, colocación, correo, destino, empleo, ocupación, puesto, sitio, situación, tarea, trabajo, afán, curro, faena, fatiga, labor, menester, obra, quehacer, aplicación, uso, utilización, actividad, captura, embargo, preocupación
εργασία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: charge, emploi, place, position, poste, travail, besogne, boulot, herschage, labeur, ouvrage, salariat, tâche, turbin, application, usage, business, embargo, emprise, mainmise, occupation, prise, saisie, séquestration, séquestre, accommodation
εργασία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: collocazione, impiego, lavoro, mansione, occupazione, posizione, posta, postazione, ubicazione, uso, incarico, incombenza, opera, travaglio, applicazione, consuetudine, diligenza, sfruttamento, usanza, impegno, pignoramento, sequestro
εργασία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arbeid, beskjeftigelse, plass, posisjon, post, stilling, sysselsetting, bestilling, jobb, kroppsarbeid, oppgave, anvendelse, benyttelse, bruk, beslag, erverv, sysla
εργασία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: должность, место, положение, пост, работа, задание, задача, труд, использование, обычай, употребление, дело, занятие, конфискация, применение
εργασία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: affisch, anställning, plats, post, arbete, jobb, syssla, beslag, sysselsättning, användning, bruk, tillämpning
εργασία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: punë, detyrë, vepër, zbatim
εργασία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: работа, задача, занятие, труд, занимание
εργασία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абавязкі, пасада, плошта, пошта, служба, работа, занятак, прымяненне, скарыстанне, ужыванне
εργασία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: amet, asukoht, post, töö
εργασία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asema, asento, kanta, käyttäminen, kohta, olo, paikka, posti, toimi, työ, virka, askare, homma, tehtävä, teos, työnteko, ahkeruus, käytäntö, käyttö, kulutus, sovellutus, ammatti
εργασία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mjesto, namještenje, položaj, posao, zaposlenje, djelo, rad, služba, zadatak, običaj
εργασία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: állás, elhelyezkedés, dolog, munka, használat, elfoglaltság, foglalkozás, alkalmazás
εργασία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: darbas, korespondencija, paštas, postas, profesija, tarnyba, užduotis, vieta, triūsas
εργασία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acomodo, cargo, correio, emprego, lugar, ocupais, ofício, posição, posto, sitio, situação, tarefa, trabalho, carga, cometido, empreitada, emprestada, falena, labor, obra, ocupação, tarifa, aplicação, uso, utilizaria, captura, embargo, oficio, aplicais, destino
εργασία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: afiş, poştă, muncă
εργασία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: služba, delo, naloga
εργασία στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акціонерний, бюро, вихід, відомство, відправити, вітальня, вхід, кабінет, койка, контора, коридор, місце, місцеположення, наслідування, офіс, перехрестя, побачення, полиця, посада, посилати, пост, пошта, поштовий, призначення, прийняття, прохід, проходження, розклеїти, розклеювати, розміщувати, світлиця, ситуація, спільний, стан, стовп, щогла, викласти, дія, діяльність, діяти, задача, зайнятість, застелити, звинувачення, класти, накривати, накрити, операція, переслідування, покладати, покласти, положення, положити, попрацювати, постелити, працювати, праця, робити, робота, роботи, робочий, служба, служити, справляння, створення, стелити, стрільба, твір, труд, укладення, бізнес, бізнесовий, генеалогія, діло, діловий, займання, зайняття, заняття, заручення, захват, зморшка, колія, лінія, навчання, намагання, обрис, окупаційний, окупація, підготовка, погоня, покликання, прагнення, працевлаштування, приготування, риска, ряд, справа, стажування, торгівля, тягнутися, фах, черга, вживання, вжиток, додаток, застосовування, застосування, заява, програма, уживання, ужиток
εργασία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: posada, praca, użycie, zajęcie, zastosowanie
εργασία στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

εργασία θεσσαλονίκη, εργασία από το σπίτι, εργασία στο εξωτερικό, εργασία τώρα, εργασία αθήνα, εργασία στο εξωτερικό για έλληνες 2014, εργασία πάτρα, εργασία στην ελλάδα, εργασία στην αγγλία, εργασία ιωάννινα