lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εργάτης

Λεξικό: αγγλικά εργάτης
Μεταφράσεις: employee, executive, hand, researcher, wage-earner, worker, workman, blue-collar, labourer, stevedore, workingman
εργάτης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pracovník, pracující, zaměstnanec, dělnický, dělník
εργάτης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angestellte, angestellter, arbeiter, arbeitnehmer, beschäftigte, mitarbeiter, robotik
εργάτης στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arbejder, kontorist, dreng
εργάτης στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: empleado, obrero, trabajador, operario, peón
εργάτης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: confectionneur, confiturier, employé, mécanographe, monnayeur, pompiste, publicitaire, travailleur, visagiste, canut, carrier, dépanneur, engraisseur, équarrisseur, faiseur, gâte-métier, houilleur, ouvrier, piqueur, plaqueur, raffineur, tâcheron, terrassier, zingueur
εργάτης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dipendente, impiegato, lavoratore, manovale, operaio
εργάτης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arbeider, arbeidstaker, funksjonær, kontorist, dreng
εργάτης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: работник, рабочий, служащий, служитель, сеяльщик
εργάτης στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anställd, löntagare, arbetare
εργάτης στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: punëtor
εργάτης στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: работник
εργάτης στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tööline, töötaja
εργάτης στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: työntekijä
εργάτης στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkalmazott, dolgozó, munkás, napszámos
εργάτης στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: darbininkas, darbuotojas
εργάτης στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: assalariado, empregado, mercenário, trabalhador, funcional, obreiro
εργάτης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pracovník
εργάτης στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pracownik, robotnik
εργάτης στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рабочы
εργάτης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: radnik
εργάτης στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: діючий, дія, операційний, працівник, робітник, робітничий, робота, робочий, сортувальник
εργάτης στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

εργάτης τρέιλερ, εργάτης αυτοκινήτου, εργάτης οχημάτων 12v, εργάτης άγκυρας, εργάτησ τιμημένοσ, εργάτης χειροκίνητος, εργάτης για 4χ4, εργάτης αποθήκης, εργάτης γενικών καθηκόντων, εργάτης χειρός