lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ερασιτέχνης

Λεξικό: αγγλικά ερασιτέχνης
Μεταφράσεις: aficionado, amateur, dabbler, fan, layman, lover, amateurish, amatory, dilettante
ερασιτέχνης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: amatér, amatérský, diletant, milovník, ochotník, diletantský
ερασιτέχνης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: amateur, lieb, dilettant
ερασιτέχνης στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: amatør, amatørteater
ερασιτέχνης στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aficionado, amador, amateur, profano
ερασιτέχνης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amateur, duelliste, turfiste, voyeur, dilettante
ερασιτέχνης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: amante, dilettante
ερασιτέχνης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: amatør, amatørteater
ερασιτέχνης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: любитель, любительский, дилетант
ερασιτέχνης στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: amatör, amatörteater
ερασιτέχνης στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аматар, любіцель
ερασιτέχνης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: amatöör
ερασιτέχνης στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: amatööri, harrastaja
ερασιτέχνης στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: amater
ερασιτέχνης στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: amatőr, dilettáns
ερασιτέχνης στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: mėgėjas
ερασιτέχνης στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aficionado, amador, bailador, curioso, excursionista
ερασιτέχνης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: amator
ερασιτέχνης στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: amatér, diletant
ερασιτέχνης στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аматор, аматорський, аутсайдер, болільник, вентилятор, віяло, дилетант, коханець, коханий, коханка, любитель, обмахувати, обмахуватися, уболівальник
ερασιτέχνης στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: amator, amatorski, dyletant
ερασιτέχνης στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ερασιτέχνης ολυμπιακός, ερασιτέχνης κηπουρός, ερασιτέχνης παναθηναικος, ερασιτέχνης ετυμολογία, ερασιτέχνης κηπουρός περιοδικό, ερασιτέχνης οργανοποιός, ερασιτέχνης ηθοποιός, ερασιτέχνης κινηματογραφιστής