lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επωφελούμαι

Λεξικό: αγγλικά επωφελούμαι
Μεταφράσεις: benefit, exercise, profit, use
επωφελούμαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: použít, používat, prospívat, spotřebovat, upotřebit, užít, užívat, využít, využívat
επωφελούμαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anwenden, benutzen, nutzen, profitieren, verwenden
επωφελούμαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: benytte, bruge, profitere
επωφελούμαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aprovechar, disfrutar, emplear, gozar, usar, utilizar
επωφελούμαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bénéficier, jouir, profiter, user, utiliser
επωφελούμαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adoperare, approfittare, beneficiare, profittare, usare, uso, usufruire, utilizzare
επωφελούμαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: benytte, bruke
επωφελούμαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: использовать, пользовать
επωφελούμαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: använda, användande, utnyttjande
επωφελούμαι στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kasutama
επωφελούμαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hyötyä, käytellä, käyttää
επωφελούμαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: naudoti
επωφελούμαι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: empregar, lucrar, usar, utilizar
επωφελούμαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: profita
επωφελούμαι στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: korzystać
επωφελούμαι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

επωφελούμαι english, επικαλούμαι συνώνυμα, επωφελούμαι τινόσ, επωφελούμαι κλιση, επωφελούμαι αντιθετο, επωφελούμαι μεταφραση, επωφελούμαι αγγλικα, επωφελούμαι από