lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εποχή

Λεξικό: αγγλικά εποχή
Μεταφράσεις: age, epoch, era, period, cycle, juvenescence, lapse, space, span, spell, stage, stint, streak, term, time, elder, century, eternity
εποχή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: doba, epocha, období, stáří, věk, čas, chvíle, cyklus, koloběh, oběh, perioda, poločas, stádium, takt, trvání, století
εποχή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: alter, epoche, zeitalter, abschnitt, ara, dauer, kreis, periode, weile, zeit, zeitabschnitt, zeitraum, zyklus, jahrhundert
εποχή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: alder, alderstrin, epoke, periode, tidsalder, cyklus, fase, stadsdel, stund, termin, tid, alderdom, århundrede, sekel
εποχή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: edad, época, era, período, tiempo, ciclo, epíteto, periodo, siglo, temporada, transcurso, trecho, vejez, centuria
εποχή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: âge, époque, annalité, cervaison, cycle, défeuillaison, durée, entre-deux-guerres, fauchaison, fauche, gemmation, grenaison, intérim, maqueraison, moisson, nuitée, pariade, période, pondaison, porchaison, préture, règles, stade, temps, tonte, ancienneté, couchant, sénilité, vétusté, vieillesse, adolescence, enfance, ménopause, siècle, virilité
εποχή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: anni, epoca, era, età, evo, ciclo, fase, periodo, tempo, senilità, vecchiaia, vecchiezza, secolo
εποχή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: alder, epoke, tidsalder, fase, krets, periode, stadsdel, stund, termin, tid, tidsrom, alderdom, elde, århundre, manndom, sekel
εποχή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: эпоха, период, цикл, возраст, старость, век, столетие
εποχή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ålder, epok, era, tidsålder, period, perioder, skede, stadsdel, termin, ålderdom, århundrade, sekel
εποχή στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ajajärk, iga, tsükkel, vanus
εποχή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aika, aikakausi, ajanjakso, jakso, kausi, vaihe, ikä
εποχή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kor, korszak, ciklus, dalciklus, időszak, menstruáció, periódus, öregkor, öregség, életkor, évszázad, század
εποχή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: amžius, epocha, era, ciklas, laikotarpis, šimtmetis
εποχή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: época, era, idade, período, quadra, ciclo, estádio, etapa, fase, lapso, tempo, temporada, século, sigilo
εποχή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vek, čas, staroba
εποχή στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: день, доба, епоха, дата, датувати, період, строк, термін, фінік, цикл, старість, старовина, вік, століття, сторіччя
εποχή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: epoka, okres, starość, wiek
εποχή στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: afat, periudhë, moshë, shekull
εποχή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: период, възраст, век
εποχή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пагода, перыяд, старасць, сталецьце
εποχή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: doba, period, razdoblje, trajanje, vrijeme, dob, vijek, stoljeće
εποχή στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: doba
εποχή στα σλοβενική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: eră, vârstă
εποχή στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

εποχή του χαλκού, εποχή του σιδήρου, εποχή του υδροχόου, εποχή εφημερίδα, εποχή παγετώνων, εποχή φράουλας, εποχή των δεινοσαύρων, εποχή της πληροφορίας, εποχή μπαρόκ, εποχή των παγετώνων 1