lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επιχειρηματολογώ

Λεξικό: αγγλικά επιχειρηματολογώ
Μεταφράσεις: argue, plead, submit, assert, command, confirm, demonstrate, lead, prove, vindicate
επιχειρηματολογώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: argumentovat, dokazovat, demonstrovat, dokázat, ovládat, poručit, předvést, projevit, prokázat, prokazovat, prozrazovat, rozkázat, rozkazovat, svědčit, ukázat, ukazovat, velet, znázornit
επιχειρηματολογώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: argumentieren, anführen, angeführt, befehlen, befehligen, beweisen, demonstrieren, erweisen, führen, kommandieren, zeigen
επιχειρηματολογώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: argumentere, argumenters, anføre, bevise, demonstrere, kommandere, lede, vise
επιχειρηματολογώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: argumentar, acaudillar, demostrar, indicar, probar
επιχειρηματολογώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: argumenter, commander, démontrer, indiquer, prouver
επιχειρηματολογώ στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: argumentere, argumenters, anføre, bevise, demonstrere, godtgjøre, kommandere, lede
επιχειρηματολογώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аргументировать, доказывать, командовать
επιχειρηματολογώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: argumentera, anföra, befäl, lede
επιχειρηματολογώ στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érvel
επιχειρηματολογώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: argumentować, dowodzić
επιχειρηματολογώ στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: comandare, comprovare, dimostrare, indicare, ordinare, provare
επιχειρηματολογώ στα ιταλικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: komandoj, provoj
επιχειρηματολογώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: даводзіць, даказваць, дамазваць, даносіць
επιχειρηματολογώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tõestama
επιχειρηματολογώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: johtaa, käskeä, näyttää, osoittaa, todistaa
επιχειρηματολογώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acautelar, argumentar, assinalar, justificar, mandar, mostrar, prescrever, provar
επιχειρηματολογώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аргументуйте, виправдайте, демонструвати, демонструйте, доведіть, довести, доводити, доказати, доказувати, зазнавати, зазнати, запевніть, затверджувати, затвердити, заявити, заявіть, заявляти, обговорювати, обґрунтовувати, обґрунтувати, обстоювати, підкорити, підкоритися, підкоріться, підкоряти, підкорятися, підпирати, підтримайте, підтримати, підтримувати, подавати, подати, показувати, представити, представляти, продемонструвати, сперечатися, стверджувати, твердити, утверджувати
επιχειρηματολογώ στα ουκρανικά »