lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επιφανειακός

Λεξικό: αγγλικά επιφανειακός
Μεταφράσεις: cursory, desultory, perfunctory, rough, sketchy, summary, superficial, facile, futile, outward, shallow, skin-deep, slack, smattering
επιφανειακός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: letmý, mělký, náčrtkovitý, povrchový, povšechný, resumé, souhrn, sumární, zběžný, vnějšek, vnější, vnějškový
επιφανειακός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: flüchtig, oberflächlich, äußerlich, seicht
επιφανειακός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lav, summarisk, overfladisk
επιφανειακός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: somero, sumario, superficial, exterior, externo
επιφανειακός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: sommaire, superficiel, extérieur
επιφανειακός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sommario, superficiale, esteriore, esterno, estrinseco, generico
επιφανειακός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: summarisk, flat, grunn, overfladisk
επιφανειακός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беглый, внешний, наружный, поверхностный
επιφανειακός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: summarisk
επιφανειακός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: беглы, паверхневы
επιφανειακός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pinnallinen, ulko-
επιφανειακός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: plitak
επιφανειακός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: sommás
επιφανειακός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: fugitivo, sumario, sumário, superficial, exterior, externo, frívolo
επιφανειακός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: винесення, побіжний, проходження, швидкий, даремний, легкий, легковажний, марний, нікчемний, поверхнева, поверхневий, поверховий, тангенціальний
επιφανειακός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pobieżny, powierzchowny
επιφανειακός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

επιφανειακός συνώνυμα, επιφανειακός λεξικό, επιφανειακός συνώνυμο, επιφανειακός άνθρωπος, επιφανειακός αγγλικά, επιφανειακός σεισμός, επιφανειακός ορισμός